1. Η ενότητα «Τα φύλα στη Λογοτεχνία» 2. Παραδοσιακή μοντέρνα ποίηση – Αδίδακτα κείμενα από Τράπεζα Θεμάτων και άλλα

1. ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

  1. Η αναγνώρισις (δημοτικό) Απαντ. για το δημ.τραγ. Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ
  2. Χωρισμός (δημοτικό): ποίημα, ερμηνεία και απαντήσεις στις ερωτήσεις
  3. Όμηρος Πέλλας, Οι καρφίτσες
  4. Α. Φραγιάς, Ένα πρωινό
  5. Αθ. Κακούρη, Πριμαρόλια
  6. Αλ. Παπαδοπούλου, Η φιλαρέσκεια,
  7. Αλ. Παπαδοπούλου, Τα χαιρετίσματα
  8. Αργ. Εφταλιώτης, Πρώτη αγάπη
  9. Β. Ρώτας, Η κόρη με τα κόκκινα
  10. Βαλτινός, Εξ αγχιστείας
  11. Ηλίας Βενέζης, Ο ναυαγός
  12. Γ. Σαράντη, Ματίνα,
  13. Γ.Σαράντη, Πίσω από τη βιτρίνα
  14. Γ.Αθάνας, Ο τέταρτος άντρας-αδίδακτο κείμ.
  15. Γ.Ρίτσος, Επιτάφιος
  16. Γρ. Ξενόπουλος, Τα θηλυκά του Μουζά,
  17. GI_A_NEL_XENOPOULOS, Stella Violanti,
  18. Γρ. Ξενόπουλος «Στ. Βιολάντη»-κείμενο, ερωτήσεις κι απαντήσεις
  19. Δ. Καμπούρογλου, Το αντίτιμον
  20. Δ. Σολωμός, Η ελληνίδα μητέρα
  21. Δ. Σολωμός, Ο θάνατος της ορφανής – αδίδακτο κείμενο από Τρ. θεμάτων με απαντήσεις
  22. Δ. Σωτηρίου, Η μάνα του αγωνιστή,
  23. Δ. Σωτηρίου, Ματωμένα χώματα:κείμενο μαζί με πρόσθετες ερωτήσεις και απαντήσεις
  24. Δ.Σολωμός, Η Φαρμακωμένη
  25. Δ.Χατζής, Η θειά μας η Αγγελική
  26. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ, Το ξυλάδικο του Βόλου – αδίδακτο κείμενο από Τρ. Θεμάτων με απαντήσεις
  27. Εμ. Ροίδης, Ψυχολογία Συριανού συζύγου
  28. Εφταλιώτης, Η Αγγέλικα 2,
  29. Εφταλιώτης, Η Αγγέλικα 1,
  30. Εφταλιώτης, Η Αγγέλικα 3,
  31. Εφταλιώτης, Η θεία Φερενίκη
  32. Η.Παπαδημητρακόπουλος, Οβολός
  33. Θ. Βαλτινός, Ανάπλους
  34. Θέμελης, Η αναζήτηση,
  35. Θέμελης, Οι αλήθειες των άλλων
  36. Ι. Κονδυλάκης, Ο Πατούχας
  37. Ι. Πολυλάς, Ένα μικρό λάθος
  38. Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος, Ηλιόγερμα
  39. Θεοτόκης,Η ΤΙΜΗ & ΤΟ ΧΡΗΜΑ,Κείμ.,ερ.,απ.,
  40. Θεοτόκης, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους
  41. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ (1872-1923) – Η Παντρειά της Σταλαχτής (: από Τρ. Θεμάτων κείμενο, ερωτήσεις και απαντήσεις)
  42. Κ. Πολίτης, Eroica,
  43. Κ. Πολίτης, Το Γυρί
  44. Κ. Χατζόπουλος, Η Αννιώ
  45. Κ.Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα
  46. Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού 1,
  47. Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού 2: Αδίδακτο κείμενο από Τρ. θεμάτων –
  48. Καζαντζάκης, Αναφορά στο Γκρέκο
  49. Καρκαβίτσας, Η θάλασσα,
  50. Καρκαβίτσας, Η καπετάνισσα,
  51. Καρκαβίτσας, Η λυγερή
  52. Κρυστάλλης, Η καπετάνισσα
  53. Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τα άστρα 1,
  54. Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τα άστρα 2: κείμενο, ερωτήσεις και απαντήσεις
  55. Μ. Αγαθοπούλου, Αγαπούλα 1,
  56. Μ. Αγαθοπούλου, Αγαπούλα 2
  57. Στρ. Μυριβήλη, Η παρακόρη – Αδίδ. κείμενο από Τρ. Θεμάτων (Λογοτεχνία Α΄Λυκείου)-μαζί με πρόσθετες ερωτήσεις και απαντήσεις
  58. Μυριβήλης 1, Μυριβήλης 2
  59. Νιρβάνας, Οι μενεξέδες,
  60. Νιρβάνας Ο γάμος του ήλιου και του φεγγαριού (δημοτικό)
  61. Όμηρος Πέλλας, Οι καρφίτσες
  62. Αλ. Παπαδιαμάντης, Η αποσώστρα,
  63. Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο,
  64. Παπαδιαμάντης, Η Βλαχοπούλα,
  65. Παπαδιαμάντης, Η Φαρμακολύτρια: κείμενο, ερωτήσεις και απαντήσεις,
  66. Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι
  67. Παπαδιαμάντης, Θέρος-έρως
  68. Παπαδιαμάντης, Ο έρωτας στα χιόνια
  69. Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά
  70. ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ, Λεωνής (απόσπασμα) -Αδίδ. κείμενο, ερωτήσεις – απαντήσεις
  71. ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ, Ο τοίχος – Αδίδ. κείμενο από Τρ. Θεμάτων με απαντήσεις
  72. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ , Η γυν. του Μαλή – κείμενο με ερωτ.-απαντ.
  73. Σκαρίμπας, Σκλάβος στη Χαλκίδα
  74. Τ. Καζαντζής, Η Κατίνα
  75. ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ, Πίσω από τη βιτρίνα: αδίδακτο κείμενο από τράπεζα θεμάτων, ερωτήσεις κι απαντήσεις
  76. Μαρία Ιορδανίδου, Λωξάντρα (αδίδακτο κείμενο από τράπεζα θεμάτων): ερωτήσεις κι απαντήσεις
  77. Ερωφίλη του Γ. Χορτάτση – ΚΝΛ Α΄Λ.
  78. «Αν ήξευρα κυράτσα μου…» (καταλόγιο)
  79. Ο γιος της χήρας (ακριτικό δημοτικό τραγούδι)
  80. Της νύφης που κακοπάθησε – ΣΧΟΛΙΑ και απαντήσεις σε ερωτήσεις του βιβλίου
  81. «Του νεκρού αδερφού» – Δημοτικό τραγούδι

2. ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ – ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΟΙΗΣΗ

Χαρακτηρισμοί ατόμου αναλόγως του χαρακτήρα του

Ο άνθρωπος, αναλόγως του χαρακτήρα του, χαρακτηρίζεται (κατ’ αλφαβητική σειρά) ως ο: αδιάφορος, ακαλαίσθητος, ακατάδεκτος, ακατάστατος, αναποφάσιστος, απαισιόδοξος, άπληστος, απότομος, απρονόητος, ατομιστής, αυτάρεστος, αυταρχικός, αφηρημένος, αυθόρμητος, βιαστικός, αυτοκινητόφιλος, γενναιόδωρος, γλεντζές, γκρινιάρης, διπρόσωπος, δραστήριος, εγωιστής, είρων, επιπόλαιος, ευμετάβολος, εύθικτος, εύπιστος, ζηλιάρης, ισχυρογνώμων, διαδοσίας, διασκεδαστικός, ευαίσθητος, θρασύδειλος, κακόγλωσσος, καχύποπτος, κόλακας, λαίμαργος, λάτρης των σταρ, λεπτολόγος, ολιγόλογος, μεγαλομανής, μελαγχολικός, μονόχνοτος, οκνηρός, ονειροπόλος, οξύθυμος, παιχνιδιάρης, παντογνώστης, περιποιητικός, περήφανος, πολυλογάς, πολυπράγμων, προληπτικός, σπάταλος, συνεσταλμένος, τακτικός, υστερόβουλος, φαντασμένος (ο ματαιόδοξος και ο ακατάδεχτος), φθονερός, φιλάρεσκος, φιλόδοξος.

Γιάννης Μητρόπουλος

(Από το βιβλίο ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ)

Για περισσότερα επίθετα-χαρακτηρισμούς, μπορείτε να επισκευτείτε και την ιστοσελίδα http://www.kastorianet.gr/krikis/keim57.htm

Ζαχαρία Παπαντωνίου, Η γυναίκα του Μαλή (Τράπεζα θεμάτων: αδίδακτο κείμενο)

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ (1877-1940)

Η γυναίκα του Μαλή (απόσπασμα)1


[Της Έλλης Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη (Nelly’s): της πρώτης Ελληνίδας φωτογράφου]

[…] «Η μαύρη η γυναίκα μου. Πέθανε πέρσι τέτοιον καιρό. Μα δεν ήταν σαν όλες! Ήταν γυναίκα, που λες, η Βάντα! Τι να στα λέω. Δεν είμαστε παντρεμένοι επτά μήνες που ο σατανάς ο αφορεσμένος τώβαλε να κάμω το φόνο και να πάρω τα βουνά. Φυγοδίκησα. Άφηνα μια γυναίκα πίσω μου, την ίδια για το σπίτι, για το χωράφι, για τα πρόβατα, για το παιδί που θάκανα σε δύο μήνες. Και τάβγαλε πέρα η άραχλη2! Κόπηκε, που λες, χίλια κομμάτια, και το σπίτι έβγαζε καπνό, και το χωράφι καλαμπόκι, και τα πρόβατα βόσκαγαν, και το παιδί τραγουδιώτανε στην κούνια. Αυτά, θα πεις: Αυτά είναι μικρά πράγματα. Το μεγάλο είναι τούτο. Τ’ αποσπάσματα έμπαιναν στο σπίτι, έχυναν τ’ αλεύρι, φοβέριζαν το παιδί, έκαναν κατάλυμα, βάζανε μαχαίρι στο κοτέτσι. Η γυναίκα στέκονταν βράχος. Τώρα τους έβριζε, ύστερα τους ξεγέλαγε, τους ξανάβριζε, τους έπαιρνε με το καλό.

Μια φορά είχα κατεβεί τη νύχτα στο σπίτι μου και το πρωί με πήραν μυρωδιά οι χωροφυλάκοι. Ως που να στρίψω σε δυο τρία σπίτια, πέντε τουφεκιές από πίσω μου. Τη γλύτωσα. Οι σταυρωτήδες3 από κοντά μου, αλλά του κάκου. Μ’ έχασαν. Ένας χωροφύλακας σε λίγη ώρα με πετυχαίνει κοντά στη βρύση. Σηκώνει το όπλο. Η γυναίκα μου του πιάνει τα χέρια, τον κυλάει κάτω, αρχίζει το πάλεμα. Ως να παλέψει ο χωροφύλακας το θηλυκό, επήρα καιρό και χάθηκα στα πλατάνια. Έμαθα ύστερα πως η Βάντα του πήρε το όπλο, κι εκείνος πάει στο Στρατοδικείο. Δεκαπέντε χρόνια αυτή ήταν η ζωή μου. Η γυναίκα μου να παλέβει με τ’ αποσπάσματα, να δέρνεται, να δέρνει, να της χύνουν το καλαμπόκι, κι αυτή να το μαζεύει σπυρί με σπυρί. Αυτό το θηλυκό το κοντούλικο -μια χαψιά ήτανε- μέσα σ’ αυτό το χαροπάλεμα4 έσκαβε το χωράφι, βοσκούσε τα πρόβατα, αλώνιζε, κρατούσε το σπίτι, μεγάλωνε τα παιδιά μας, γιατί εφτά τάκαμεν όλα.

Τέλειωσεν αυτή η ζωή. Με λάβωσαν, παρουσιάστηκε, μ’ έρριξαν σε μια φυλακή πέντε μέρες μακριά απ’ το χωριό. Μια μέρα κοιτάζοντας τα βουνά απ’ το παραθύρι της φυλακής βλέπω από κάτου άξαφνα τη γυναίκα μου.

-Σ’ είσαι, ορή Βάντα:

-Ναι.

-Μοναχή, ορή:

Δεν ήταν μοναχή. Ήρθε με τα πόδια, πέντε μέρες δρόμο, σέρνοντας τα εφτά παιδιά, το μουλάρι και το βόϊδι. Το σπίτι μας, καταλαβαίνεις, τ’ άνοιξε κοντά στη φυλακή. Επούλησε το μουλάρι και πήρε το μαγαζί της φυλακής. Έβαλε την ποδιά, έγινε μαγαζάτορας. Κατάφερε να πάρει στη φυλακή ελεύθερο το έμπα και το έβγα. Μαγέρευε για τους φυλακισμένους και για τους στρατιώτες. Έπλενε τα σκουτιά5 τους. Τα παιδιά μας τα σκόρπισε δουλευτάδες στη χώρα, άλλα τα κράτησε μέσα στο μαγαζί. Με τέτοιον τρόπο έμπαζε ούζο για τους φυλακισμένους μέσα στο ψωμί και μέσα στα ρούχα της -αυτή η δουλειά έφερνε λεφτά- που εστράβωσε τη φρουρά, δεν την έπαιρνε κανείς χαμπάρι. Δεν ήταν πράμα που δεν τώκανε για να μη μας λείψει το ψωμί. Είχα το σπίτι μου απ’ όξω απ’ τη φυλακή, έβλεπα τον καπνό του σπιτιού μου, τζάκι δικό μου, νοικοκυριό! Δεκατρία χρόνια τούτη η δουλειά. Στα δεκατρία ήρθε κι έλιωσε. Δούλεψε, δούλεψε, μα στο στρώμα δεν έπεφτε. Τις μέρες που κόντεβα να βγω, μια νύχτα κρύα, μπήκε τέλος ο Χάρος μέσ’ το μαγαζί, και την ήβρε που έπλενε. Έπεσε μεσ’ στη σκάφη…»

Ο Μαλής ξανατράβηξε βαθειά τη σκαλισμένη πίπα.

-Πολλές φορές, είπε, ο άντρας είναι άντρας, γιατί τον κάνει τέτοιον μια γυναίκα, μια τόση δα γυναίκα, που δεν την παίρνεις για μισό μερδικό. Εγώ τώρα, καθώς καταλαβαίνω, δεν είμαι για να φάω γλυκό ψωμί. Με τραβάει το βουνό. Δεκαπέντε χρόνια το τήραγα6 απ’ το παραθύρι της φυλακής… Βρε μου καμμιά δουλειά.

-Σαν τι δουλειά; Να σε βάλω σε καμμιά πόρτα; Να φυλάς τίποτα υλικά…

-Ορέ αυτά είναι καμπίσια πράματα, πού είμαι γω για τέτοια! Βάλε με σε τίποτα αμπέλια δραγάτη7 να γλέπω και τα βουνά. Σπίτι δε μου πάει τώρα, μόνο σε δραγατσιά μπορώ να ξανασάνω λίγο. Άιντε ορή Βάντα, κατακαϋμένη Βάντα, να φαινόσουν από καμμιά μεριά!

(Από τη συλλογή διηγημάτων, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1927)

 ________________________________________________________________________

1 Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία της πρώτης έκδοσης

2 (η) άραχλη: εκαταλελειμμένη, μόνη, δυσάρεστη

3 (ο) σταυρωτής: χωροφύλακας, βασανιστής

4 (το) χαροπάλεμα: επιθανάτια αγωνία, βιοπάλη

5 σκουτιά: ρούχα

6 τήραγα: κοιτούσα

7 (ο) δραγάτης: ο αγροφύλακας

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α

α.1. Να επισημάνετε τους δύο (2) βασικούς ήρωες (4 μονάδες) και τα δευτερεύοντα πρόσωπα του αποσπάσματος. (5 μονάδες)

α.2. Να προσδιορίσετε τις αλλαγές στον τόπο της αφήγησης, ο οποίος καθορίζεται από την εξέλιξη της ιστορίας. (8 μονάδες)

α.3. Να κατονομάσετε το πρόσωπο που αφηγείται στο τμήμα του κειμένου που παρατίθεται εντός εισαγωγικών και να αναφερθείτε σύντομα στην προσωπικότητά του. (8 μονάδες)

ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΝΑΔΩΝ: 25

β

β.1. Να χαρακτηρίσετε την ηρωίδα του κειμένου λαμβάνοντας υπόψη τη στάση που
κράτησε απέναντι στην οικογένειά της. (10 μονάδες)

β.2. «-Πολλές φορές ο άντρας είναι άντρας γιατί τον κάνει τέτοιον μια γυναίκα, μια
τόση δα γυναίκα, που δεν την παίρνεις για μισό μερδικό.» Να σχολιάσετε το
παραπάνω απόσπασμα λαμβάνοντας υπόψη τα κοινωνικά στερεότυπα γύρω από τις
σχέσεις των δύο φύλων την εποχή που αναφέρεται το κείμενο. (15 μονάδες)

ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΝΑΔΩΝ: 25

Απαντήσεις

α.1. Δύο είναι οι βασικοί ήρωες του αποσπάσματος: ο Μαλής και η γυναίκα του, η Βάντα, ενώ τα δευτερεύοντα πρόσωπα του αποσπάσματος είναι οι χωροφύλακες, τα εφτά παιδιά της οικογένειας, ο αφηγητής, οι κρατούμενοι και οι δεσμοφύλακες.

α.2. Πρώτος τόπος όπου εκτυλίσσεται η αφήγηση είναι το χωριό του Μαλή –ορεινό, όπου η κύρια πηγή εσόδων των κατοίκων του ήταν η γεωργία και η οικιακή κτηνοτροφία- και ειδικότερα το σπίτι του. Ωστόσο, σχεδόν παράλληλα αναφέρεται και ένας άλλος τόπος, ακριβώς δίπλα στο χωριό, το βουνό όπου έζησε ο Μαλής, φυγοδικώντας, για δεκαπέντε χρόνια. (Θυμόμαστε ότι ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου γεννήθηκε και έζησε μέχρι και τα εφηβικά του χρόνια στο Καρπενήσι και έγραψε πεζά και ποιήματα φυσιολατρικά, που χαρακτηρίζονται από τα ηθογραφικά τους γνωρίσματα). Έπειτα μεταφερόμαστε στη φυλακή, πέντε μέρες δρόμο από το χωριό. Εκεί ο Μαλής έζησε για άλλα δεκαπέντε χρόνια. Αυτοί οι δύο τόποι αναφέρονται σε παρελθόντα χρόνο. Τέλος, στο παρόν, ο Μαλής ελεύθερος πια, λίγο μετά την αποφυλάκισή του, ενώ έχει χάσει τη γυναίκα του εδώ και έναν χρόνο, κουβεντιάζει με τον αφηγητή σε μέρος καμπίσιο, δεν του αρέσει εκεί και του λείπει το βουνό, το χωριό του και η γυναίκα του.

α.3.  Το πρόσωπο που αφηγείται στο τμήμα του κειμένου που παρατίθεται εντός εισαγωγικών είναι ο Μαλής. Πρόκειται για έναν άντρα ευέξαπτο, αφού «ο σατανάς ο αφορεσμένος τώβαλε να κάμει το φόνο…», ελεύθερο, ανυπότακτο πνεύμα, γιατί διαφορετικά θα παραδινόταν και θα περνούσε από δίκη για να εκτίσει την ποινή φυλάκισής του και δεν θα κρυβόταν σε βουνό δεκαπέντε χρόνια…, αλλά και ευαίσθητο, δεμένο με τον τόπο του και ευγνώμονα απέναντι στη γυναίκα του, την οποία αγαπάει βαθιά. Το τελευταίο μάλιστα χαρακτηριστικό του διαπνέει όλο το διήγημα και πραγματικά συγκινεί. Ο Μαλής δεν περιγράφεται ως ένας φονιάς, ανίκανος να αγαπήσει και να αγαπηθεί, κάτι που θα ήταν φυσικό να το περιμένει κανείς από κάποιον φυγόδικο για 15 χρόνια και φυλακισμένο για άλλα 15. Αντιθέτως, παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος με ευαισθησίες και που, σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία των πρώτων 10ετιών του 20ού αι. (το διήγημα εκδόθηκε το 1927), αγαπά τη γυναίκα του και αναγνωρίζει τη δουλειά της, την ικανότητά της, την αυτοθυσία της, τους κόπους της.

β

β.1. Η ηρωίδα του κειμένου είναι αφοσιωμένη στον άντρα και τα παιδιά της, δυνατός χαρακτήρας, υπομονετική αλλά και πείσμων,  εξαιρετικά εργατική, με βαθιά αγάπη και αφοσίωση στην οικογένειά της, αληθινή ηρωίδα. Αποτελεί μια γυναίκα – σύμβολο, «βράχο», όπως τη χαρακτηρίζει και ο άντρας της, που δεν λογαριάζει το αδύναμο του φύλου της, αλλά αναλαμβάνει τα βάρη της οικογένειας, μάχεται για αυτά με κάθε (έντιμο) μέσο, αντικαθιστά παραπάνω από επάξια τον άντρα του σπιτιού, στηρίζει όλους -οικονομικά, ψυχολογικά, ακόμη και σωματικά, όταν παλεύει με το χωροφύλακα, για να σώσει τον άντρα της από τη φυλακή- και, μάλιστα, χωρίς να τη στηρίζει κανένας (κάποιος συγγενής ή φιλικό πρόσωπο)! Παράλληλα, στο θέμα της εντιμότητάς της ως συζύγου, είναι απίστευτα πιστή απέναντι στο φυλακισμένο σύζυγό της, σε σημείο που βρίσκει τρόπο και μετακομίζει με τα εφτά παιδιά τους και εργάζεται εκεί που είναι αυτός! Η πολλή δουλειά, οι πολλές ευθύνες και οι κακουχίες είναι τόσα που φτάνουν στο σημείο να την εξουθενώνουν, ώσπου στο τέλος χάνει ακόμα και τη ζωή της, την ώρα που εργάζεται! Ο Ζ. Παπαντωνίου την παρουσιάζει μέσα από τα λόγια του συζύγου της, Μαλή, ως γυναίκα – πρότυπο για τη δύσκολη εποχή των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι. στη φτωχή Ελλάδα.

β.2. Τα κοινωνικά στερεότυπα γύρω από τις σχέσεις των δύο φύλων γύρω στα 1920-1930 στην Ελλάδα θέλουν τη γυναίκα υποδεέστερη του άντρα, χωρίς ίσα δικαιώματα με αυτόν σε οποιοδήποτε τομέα. Η θέση της γυναίκας ήταν κατώτερη από του άντρα τόσο μέσα στην οικογένεια όσο και έξω από αυτήν: από την εκπαίδευση και την εργασία μέχρι –φυσικά– την πολιτική. Η άποψη που εκφράζει όμως εδώ ο Παπαντωνίου μέσα από τα λόγια του Μαλή είναι εντελώς διαφορετική. Θεωρεί ότι μια γυναίκα, ανεξαρτήτως της σωματικής της δύναμης, μπορεί να είναι στην πραγματικότητα ανώτερη από τον άντρα της. Μπορεί να τον στηρίζει σε τέτοιο σημείο, που αυτή να του δίνει δύναμη να συνεχίζει τη ζωή του και τον όποιο αγώνα του, να του δίνει κουράγιο με την έμπρακτη αγάπη της, τη θυσία της στην ουσία και να τον αναδεικνύει άξιο ταίρι της και πατέρα των παιδιών της. Αυτή τη γυναίκα  ο Μαλής (και κατ’ επέκταση ο Ζαχ. Παπαντωνίου) τιμά και θεωρεί αναντικατάστατη.

Τα είδη του ύφους

1)   Το γλαφυρό ύφος. Γλαφυρό ύφος έχουμε, όταν ο ομιλητής ή ο συγγραφέας περιγράφει με  πολλά διακοσμητικά λεκτικά στοιχεία, όμως με διατήρηση της σαφήνειας και της καλαισθησίας. Είναι πολύ παραστατικό,  διεγείρει και συγκρατεί το ενδιαφέρον, δίνει χρώμα και ομορφιά στα πράγματα. Χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις πλήρεις εικόνων: Ισοκράτης, Καρκαβίτσας, αρχαίοι λυρικοί…..

2)   Το ξηρό, ισχνό, άκοσμο ύφος.  Το ύφος αυτό είναι το αντίθετο του γλαφυρού.

3) Το πυκνό ύφος.  Πυκνό ύφος έχουμε, όταν ο ομιλητής ή ο συγγραφέας περιγράφει ή εκφράζει μόνο τα πιο ουσιώδη χαρακτηριστικά, αποφεύγει τις πολυλογίες και τις περιφράσεις και προτιμά τις συντομογραφίες και βραχυλογίες.. Όταν με λίγες λέξεις ή σχήματα  λόγου, εκφράζονται πολλά και σπουδαία: Θουκυδίδης, Ηράκλειτος, Αριστοτέλης….

4)   Το χαλαρό ή ανειμένο (παρουσιάζει χαλαρότητα συνοχής και ενότητας, μακρολογία, υπερβολική χρήση, στόμφο, επαναλήψεις και ταυτολογίες) ύφος. Το ύφος αυτό είναι  το αντίθετο του πυκνού.

5)   Το σκοτεινό ύφος. Σκοτεινό ύφος έχουμε, όταν ο ομιλητής ή ο συγγραφέας περιγράφει με τέτοιο λεκτικό τρόπο τα γεγονότα που δύσκολα βγάζουμε νόημα. Η υπερβολή του χαλαρού..

6)   Το λεπτό ύφος. Λεπτό ύφος έχουμε, όταν ο ομιλητής ή ο συγγραφέας αναπτύσσει το θέμα με  αισθησιακές  και  ψυχολογικές κριτικές και χειρισμούς. Όταν ο συγγραφέας ή ο ομιλητής επιδιώκει ν’ αναλύσει λεπτές ψυχικές καταστάσεις και συγκινήσεις ή ν’ αποδώσει δυσκολοδιάκριτες διαφορές και για το σκοπό αυτό χρησιμοποιεί λεξιλόγιο, φράσεις και σχήματα που δείχνουν μεγάλη καλλιέργεια και δεξιοτεχνία: Σαπφώ,   Κρυστάλλης, Παπαντωνίου……

6) Το υψηλό ή διανθισμένο ύφος. Υψηλό ή διανθισμένο ύφος έχουμε, όταν ο ομιλητής ή ο συγγραφές  κάνει έξαρση και  υπογράμμιση των γεγονότων της αρετής των ανθρώπων πολύ πιο ψηλά από το συνηθισμένο επίπεδο των γεγονότων και των ανθρώπων. Το ύφος αυτό διαθέτει  ευρύτητα λόγου και το κείμενό είναι πλούσιο σε εικόνες: Όμηρος, Αισχύλος, Πίνδαρος, Σολωμός, Κάλβος,  Παλαμάς……

7)   Το λιτό, απλό. Απλό ύφος έχουμε, όταν ο ομιλητής ή ο συγγραφέας μιλά με απλά λόγια και  απλή  τεχνική. Το χαρακτηρίζει η φυσικότητα και η αφέλεια, χωρίς περίπλοκα σχήματα και φράσεις, με λιτότητα και χρήση απλών μέσων.

9)   Το ευθύ ή ειλικρινές ύφος. Ευθύ ή ειλικρινές ύφος έχουμε, όταν ο ομιλητής ή ο συγγραφέας παρουσιάζει  τον  εαυτόν του, τη σκέψη του και τα γεγονότα ως έχουν. Χωρίς προσποίηση.

10) Το προσποιητό ύφος. Προσποιητό ύφος έχουμε, όταν έχουμε το αντίθετο του ευθέως.  Όταν ο ομιλητής  παρουσιάζεται  με άλλο πρόσωπο απ’ ό,τι είναι πραγματικά.

11) Το αφελές ύφος. Αφελές ύφος έχουμε, όταν ο ομιλητής ή ο συγγραφέας μιλά χωρίς καλολογικά στοιχεία, όμως με ειλικρίνεια ιδεών και ακρίβεια των εκφράσεων.

12) Το σοβαρό ή σεμνό ύφος. Σοβαρό ή σεμνό ύφος έχουμε, όταν ο ομιλητής μιλά χωρίς άσεμνες λέξεις και φράσεις.  Το σοβαρό ύφος αποφεύγει την αφέλεια, όμως επιζητά την κομψότητα και τη χάρη, χωρίς να φθάνει σε επίδειξη.

13) Το προσβλητικό ή αγενές ύφος. Το αντίθετο του σεμνού ύφους, όταν ο ομιλητής χρησιμοποιεί άσεμνες λέξεις ή φράσεις, χωρίς πληθυντικό ευγένειας…

14) Το επιτηδευμένο ύφος. Το επιτήδειο, το προσεγμένο.

15) Το εξεζητημένο ύφος. Το ύφος αυτό είναι η υπερβολή του επιτηδευμένου.  Αυτό με το οποίο   προσπαθούμε  να   δείξουμε τον εαυτόν μας παραπάνω απ’ ό,τι  είναι, μέγα λογοτέχνη.

16) Το υποβλητικό ύφος. Είναι το ύφος που χρησιμοποιούν οι συμβολιστές και εξπρεσιονιστές στην ποίηση. Το ύφος αυτό επιδιώκει να εκφραστεί μια ρευστή και φευγαλέα συναισθηματική κατάσταση, με τρόπο υπαινικτικό και όχι ακριβή και πλήρη. Στην πεζογραφία χρησιμοποιείται για να εκφραστούν ψυχικές καταστάσεις καταθλιπτικές και παθητικές

17) Α τ ο μ ι κ ό ύφος. Αυτό που δεν εμπίπτει στα καθιερωμένα ή γενικά, το προσωπικό.

Σημειώνεται ότι:

  1. Εκτός από τις ως άνω διακρίσεις του ύφους υπάρχουν λεπτότερες και άλλες περισσότερο ακριβείς: υψηλό μεγαλοπρεπές, υψηλό επιβλητικό…., γλαφυρό παραστατικό….
  2. Το ύφος είναι ισοδύναμο με τη φυσιογνωμία, την επιστημονική το πνεύμα και το χαρακτήρα του ομιλητή ή του συγγραφέα.

Η Νέα Αθηναϊκή Σχολή (1880-1920) – Πεζογραφία, θέατρο, κριτική

Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα συντελούνται στην ελληνική κοινωνία και στο ελληνικό κράτος βαθιές πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και πνευματικές αλλαγές. Η εσωτερική αναδιάρθρωση του κράτους με τη δημιουργία αναπτυξιακών έργων και υποδομών, η ανόρθωση της οικονομίας, η εξυγίανση της πολιτικής ζωής, η διεύρυνση των ορίων του Ελληνικού Κράτους και άλλες πολλές αλλαγές μετασχηματίζουν την ελληνική κοινωνία και οδηγούν σε νέες πνευματικές αναζητήσεις.

Παράλληλα με την αναδιάρθρωση του κράτους συμβαδίζει και η δημιουργική προσπάθεια για αλλαγές στην πνευματική ζωή. Νέες ιδέες και νέα πνευματικά ρεύματα ανανεώνουν το χώρο της τέχνης και ειδικότερα της λογοτεχνίας,  ικανοποιώντας έτσι τις νέες ανάγκες. Στην ανανέωση αυτή συμβάλει καθοριστικά η επιστήμη της λαογραφίας  με πρωτεργάτη τον Νικόλαο Πολίτη (1852-1921) που στρέφεται  στη μελέτη του σύγχρονου και παλαιότερου λαϊκού πολιτισμού,  δίνοντας έτσι πολύτιμο υλικό  στους λογοτέχνες της εποχής. Στο επίπεδο της γλώσσας, ξεχωρίζει ο  αγώνας για την καθιέρωση της δημοτικής ως γραπτής γλώσσας. Πρωτεργάτης στην προσπάθεια αυτή υπήρξε ο γλωσσολόγος Γιάννης Ψυχάρης, που με το προδρομικό του έργο Το Ταξίδι μου (1888) υποστήριξε την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στο γραπτό λόγο.

logotexnia 1800-1930

Ολοκληρωμένη η χρονογραμμή: εδώ.

Στο χώρο της νεοελληνικής πεζογραφίας οι Έλληνες συγγραφείς επηρεάζονται από το ρεύμα του Ρεαλισμού και του Νατουραλισμού, που εμφανίστηκε κυρίως στη Γαλλία μετά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με τον  Γκουστάβ Φλωμπέρ και  τον Αιμίλιο Ζολά, που με το έργο του «Νανά» άσκησε μεγάλη επίδραση στους Έλληνες πεζογράφους της εποχής και αποτέλεσε πρότυπο για πολλούς από αυτούς.

Ρεαλισμός λέγεται η λογοτεχνική πνευματική κίνηση που γεννήθηκε μέσα 19ου αι. και εκφράζει την πραγματικότητα, την αντιρομαντική και αντιιδεαλιστική διάθεση. Ο όρος «ρεαλισμός» προέρχεται  από τη  λατινική λέξη res που σημαίνει  το πράγμα, το αντικείμενο, realismus = η πραγματικότητα, ο αντικειμενισμός, η αλήθεια, o πραγματισμός, η πραγματοκρατία. Ρεαλιστικό λέγεται ένα έργο, όταν παρουσιάζει, περιγράφει,   απεικονίζει κ.τ.λ. τα πρόσωπα του έργου, τις πράξεις τους κ.τ.λ. ως έχουν  πραγματικά και όχι με ωραιοποιήσεις, εξογκώσεις και εξιδανικεύσεις ως επιβάλλει η αισθητική του  ρομαντισμού ή με  κακοποιήσεις, αδιαφορία και  δυσφορία, όπως επιβάλλει ο ιδεαλισμός. Ο ρεαλιστής πεζογράφος προσπαθεί να αποδώσει με αντικειμενικό τρόπο τα γεγονότα, αφήνοντάς τα να μιλήσουν μόνα τους. Απεικονίζει την πραγματικότητα ή περιγράφει και τον εσωτερικό και τον  εξωτερικό κόσμο των προσώπων του έργου, καλό ή κακό, χωρίς πολλά εκφραστικά στολίδια.

Τα βασικά χαρακτηριστικά του ρεαλισμού είναι:

α) ο ρεαλισμός δείχνει μια τάση για αντικειμενικότητα,

β) αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν από μόνα τους,

γ) επιλέγει θέματα κοινά, από την καθημερινή ζωή και πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα έχει μια κριτική στάση απέναντι στα πράγματα

δ) παρουσιάζει κοινές εμπειρίες.

Ο ρεαλιστής  συγγραφέας διαλέγει τα  θέματα του να είναι από τη σύγχρονη, καθημερινή ζωή. Οι ήρωες δεν τον απασχολούν, πρωταγωνιστές είναι οι κοινοί άνθρωποι και ο κοινωνικός περίγυρος. Δεν επιδιώκει την εξιδανίκευση, αλλά την πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας, γι’ αυτό η μορφή του είναι περιγραφική και λεπτομερειακή, χωρίς λυρικές εξάρσεις και εξωραϊσμούς. Έτσι το ύφος του είναι απλό και ξερό, δεν επιθυμεί να γοητεύσει, αλλά να πείσει.

Ο Νατουραλισμός είναι εξέλιξη του Ρεαλισμού. Ο θεμελιωτής του νατουραλισμού είναι ο Εμίλ Ζολά ανάμεσα στα χρόνια 1860 – 1880. Ο όρος «νατουραλισμός» προέρχεται από τη λατινική λέξη natura, που σημαίνει η φύση, naturalismus = η φυσιοκρατία, η  φυσικότητα. Οι νατουραλιστές παρατηρούν και περιγράφουν ανθρώπους ψυχρά, αμέτοχα, όπως ένα αντικείμενο, ένα ζώο ή μια μηχανή. Επηρεασμένοι από τη δαρβινική θεωρεία υποβιβάζουν τον άνθρωπο στην κατάσταση του ζώου. (Βλέπε το «Ανθρώπινο κτήνος», του Ζολά). Η τεχνοκρατία αυτή επιδιώκει την άμεση και πιστή εφαρμογή της φύσεως και της πραγματικότητας, άσχετα αν τα πράγματα έχουν ατέλειες και ασχήμιες. Έχει περιγραφικό χαρακτήρα, δηλ. παρατηρεί και καταγράφει τα πράγματα όπως ακριβώς είναι και όπως βρίσκονται. Απεικονίζει φωτογραφικά τα γεγονότα, επιπόλαια και με ρηχότητα. Όπως και ο Ρεαλισμός, προσπαθεί να αναπαραστήσει με αντικειμενικό τρόπο την πραγματικότητα, ιδιαίτερα την αρνητική της πλευρά. Ο νατουραλισμός έχει όλα τα στοιχεία του ρεαλισμού, υπερτονισμένα, όμως σε σημεία υπερβολής.Οι νατουραλιστές πεζογράφοι μελετούν την ηθική συμπεριφορά των ανθρώπων με στόχο να δείξουν ότι αυτή είναι αποτέλεσμα εξωτερικών δυνάμεων (φυσικών και κοινωνικών), εσωτερικών παρορμήσεων και διαθέσεων της στιγμής, παραβλέποντας τη δύναμη της ανθρώπινης βούλησης.

Οι Έλληνες πεζογράφοι, επηρεασμένοι από τη γενικότερη στροφή προς τη μελέτη του λαϊκού πολιτισμού, στρέφονται και αυτοί προς την ύπαιθρο με στόχο την περιγραφή της ζωής του ελληνικού λαού. Έτσι, κινούνται στο χώρο της Ηθογραφίας, δημιουργώντας εθνική πεζογραφία και αποδεσμεύονται από την δουλική μίμηση ξένων προτύπων. Με τον όρο  Ηθογραφία εννοούμε γενικά την αναπαράσταση, περιγραφή και απόδοση των ηθών, των εθίμων, της ιδεολογίας και της ψυχοσύνθεσης ενός λαού, όπως αυτά διαμορφώνονται κάτω από την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος και των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών, σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.

Σημαντικοί ηθογράφοι της εποχής ήταν ο Γεώργιος Βιζυηνός, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Ιωάννης Κονδυλάκης, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος και Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Οι δύο τελευταίοι, συνεχίζοντας την παράδοση της ηθογραφίας, την εξέλιξαν και την προσπέρασαν, εισάγοντας στην πεζογραφία καινούρια είδη και καινούριους εκφραστικούς τρόπους. Γι’ αυτό το λόγο, θα εξεταστούν στο επόμενο κεφάλαιο της ανανεωμένης παράδοσης.

Το θέατρο αναπτύσσεται σημαντικά την περίοδο αυτή και επηρεάζεται και αυτό κυρίως από τα έργα του Ίψεν και του Ντ’ Ανούτσιο. Σημαντικότεροι θεατρικοί συγγραφείς της περιόδου αυτής ήταν ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Παντελής Χορν και ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος.

Την ίδια περίοδο καλλιεργείται  η κριτική που γίνεται κυρίως από τις στήλες των περιοδικών Ο Νουμάς, Νέα Ζωή κ.ά. Σημαντικότεροι εκπρόσωποι του είδους ήταν ο Κωστής Παλαμάς, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Άριστος Καμπάνης, ο Μάρκος Αυγέρης και ο Γιάννης Αποστολάκης.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιητής, διηγηματογράφος, συγγραφέας ταξιδιωτικών κειμένων, κριτικός, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των Νεοελληνικών γραμμάτων, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου γεννήθηκε το 1877 στο Καρπενήσι και πέθανε στην Αθήνα το 1940. Αφού τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Καρπενήσι, ήλθε νεώτατος στην πρωτεύουσα, παρακολούθησε μαθήματα στην Ιατρική Σχολή, σπούδασε ζωγραφική και, τελικά, στράφηκε προς τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Συνεργάστηκε στις εφημερίδες Ακρόπολις, Εφημερίς των Συζητήσεων, Σκριπ, έγινε τακτικός ανταποκριτής του Εμπρός στο Παρίσι (1908-1910), από όπου έστελνε τα περίφημα Παρισινά Γράμματα, κι επιστρέφοντας στην Αθήνα συνέχισε τη δημοσίευση άρθρων, διηγημάτων, ποιημάτων, ταξιδιωτικών εντυπώσεων, όχι μόνο σε εφημερίδες, αλλά και στα εγκυρότερα περιοδικά της εποχής Παναθήναια, Ο Νουμάς, Καλλιτέχνης, Νέα Εστία κ.λπ. Υπηρέτησε στην Κρατική Διοίκηση ως νομάρχης στη Ζάκυνθο, στις Κυκλάδες, στη Καλαμάτα, το 1918 διορίστηκε διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, τιμήθηκε με το «Εθνικόν Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών». Διετέλεσε ακόμη καθηγητής στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών και υπήρξε ως το τέλος της ζωής του ο τακτικός τεχνοκριτικός στο Ελεύθερον Βήμα. Το 1938 εξελέγη ακαδημαϊκός κι εκφώνησε σε δημοτική γλώσσα τον μνημειώδη εισιτήριο λόγο του για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Υπηρέτησε με μοναδική ευσυνειδησία και συνέπεια τα ελληνικά γράμματα, αγωνίστηκε όσο λίγοι για τη σωτηρία τού αττικού τοπίου κι υπήρξε υπόδειγμα χαρακτήρα και ήθους ως τον θάνατο του, από συγκοπή, στην Αθήνα, σε ηλικία 63 ετών.

Το πολύπλευρο έργο του Παπαντωνίου, διεσπαρμένο σε περιοδικά, εφημερίδες, αλλά δημοσιευμένο και σε αυτοτελείς εκδόσεις, εκτείνεται σε ποικίλα είδη τού λόγου.

Στην ποίηση ανήκουν τα Πολεμικά Τραγούδια (Αθήναι 1898), εμπνευσμένα από τον πόλεμο τού 1897, που διακρίνονται για την ειλικρίνεια τού αισθήματος και προαναγγέλλουν τη μεταγενέστερη ποιητική του ωριμότητα, τα Χελιδόνια (Αθήναι 1920), που αναφέρονται στον τομέα της παιδικής λογοτεχνίας, μελοποιημένα από τον Γ. Λαμπελέτ, και τα θεία Δώρα (Αθήναι 1931 και νεώτερη έκδοση 1968), που έγιναν δεκτά με ευνοϊκότατες κριτικές. Η έμπνευσή του εκτείνεται από τα καθαρά συναισθηματικά ποιήματα, με κυρίαρχο στοιχείο τη μελαγχολική διάθεση, ως τα φυσιολατρικά και τα ειδυλλιακά, που χαρακτηρίζονται από τα ηθογραφικά τους γνωρίσματα. Ορισμένα ποιήματα του αγαπήθηκαν ιδιαίτερα για τη βαθύτερη ειλικρίνεια και ψυχική αναζήτηση, κάποτε τον σπαραγμό, που εκφράζεται με συγκρατημένη ηρεμία (Η προσευχή τού ταπεινού, Η μεγάλη προσδοκία, Αγρυπνία, Ανθρώπινη ιστορία). Η λιτότητα στην έκφραση και η τεχνική αρτιότητα αποτελούν βασικό προτέρημα των στίχων του (Ευθανασία, Λυπημένα δειλινά). Ως επίλογος στη συλλογή Τα Θεία Δώρα ακολουθεί η παράφραση ποιήματος τού Ζαν Ρισπέν (Jean Richepin) με τίτλο Η Γρηά η βαβά μ’, στιχουργημένη με μοναδική επιτυχία στη διάλεκτο της Ρούμελης.

Στο Πεζοτράγουδο, είδος που καλλιεργήθηκε τα τελευταία χρόνια του 19ου και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ανήκουν οι Πεζοί ρυθμοί του Παπαντωνίου (εν Αθήναις 1922), που απετέλεσαν, με την ποικιλία των εκφραστικών τρόπων του συγγραφέα και την τελειότητα του ύφους, την κορύφωση στην καλλιέργεια τού «ρυθμικού πεζού λόγου».

Στην αφηγηματική πεζογραφία εντάσσονται τα Διηγήματα (Αθήνα 1927), ο Βυζαντινός όρθρος (1936), Η Θυσία (1937). Αναδημοσιεύθηκαν αργότερα συγκεντρωμένα στον τόμο Διηγήματα, με εκτενή εισαγωγή τού Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου. Τα θέματα τους αντλούνται από τον κύκλο της επαρχίας με τα ήθη των ανθρώπων της (Ολέθριος λοχαγός) ή από επαγγελματικές συνθήκες της ζωής στην πρωτεύουσα και τη νεοελληνική γραφειοκρατία (Ο κ. Τμηματάρχης έρχεται), κάποτε από ιστορικά περιστατικά και μάλιστα από τον χώρο τού Βυζαντίου (Βυζαντινός όρθρος), από τον ασκητισμό και τη δύναμη τού θρησκευτικού προσηλυτισμού (το αριστουργηματικό διήγημα Η πέτρα του Γριβόδημου) αλλά και από περιστατικά της καλλιτεχνικής ζωής (Η χαρά της Ζορζέττας). Διακρίνονται γενικά για την έντεχνη ακρίβεια της περιγραφής, την προβολή ψυχικών καταστάσεων, οι οποίες σχολιάζονται με στοχαστική, αλλά και σατιρική ή πικρή διάθεση, την αρχιτεκτονική τους δομή, κάποτε τη δραματική ένταση, που διατυπώνεται με θαυμαστή λιτότητα, το περίτεχνο ύφος, τον ζωντανό διάλογο. Ως προέκταση των αφηγηματικών του κειμένων, αλλά με παιδευτικό χαρακτήρα, μπορούν να θεωρηθούν Τα ψηλά Βουνά, αναγνωστικό για την Γ΄ τάξη του Δημοτικού Σχολείου, με έντονη την αγάπη της ελληνικής ζωής και της ελληνικής υπαίθρου, που ο Παπαντωνίου έγραψε με ανάθεση της αρμόδιας Κρατικής Επιτροπής (1918).

Ως χρονογράφος ο Ρουμελιώτης συγγραφέας ξεκινάει με τις δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις από το Παρίσι, τα Παρισινά Γράμματα (τα φιλολογικά χρονογραφήματα, όπως χαρακτηρίστηκαν) και συνεχίζει με κείμενα δοκιμιογραφικού χαρακτήρα, που δημοσίευε συνήθως με τον γενικότερο τίτλο Σχεδιάσματα. (Επιλογές από τις δύο αυτές κατηγορίες κειμένων, εξεδόθησαν μετά τον θάνατο του. Τα πρώτα με εισαγωγή του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου και τα δεύτερα με πρόλογο τού Νέστορα Μάτσα).

Ως συγγραφέας ταξιδιωτικών εντυπώσεων ο Παπαντωνίου διακρίνεται για την ικανότητα της περιγραφής των περιοχών που επισκέπτεται, παράλληλα με την αισθητική αποτίμηση των καλλιτεχνικών μνημείων. Οι καταγραφές των εντυπώσεων αυτών από τις περιηγήσεις του στην Ιταλία, τις Σκανδιναβικές Χώρες, την Ισπανία, συγκεντρώθηκαν μετά τον θάνατό του σε τόμο, με τίτλο Ταξίδια (εισαγωγή Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου), ενώ σκόρπια σε εφημερίδες παραμένουν τα Ελληνικά Ταξίδια του στα νησιά του Αιγαίου και στη Θεσσαλία.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το κριτικό έργο του Παπαντωνίου, που αναφέρεται σε λογοτεχνικά θέματα, κυρίως όμως στις εικαστικές τέχνες, και υποδηλώνει τον ευσυνείδητο μελετητή των έργων που εξετάζονται, αλλά και το ήθος, με το οποίο αντιμετωπίζει τις προσωπικότητες του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού κόσμου. Πολλά κριτικά κείμενά του, τα παλαιότερα και σε γλώσσα καθαρεύουσα, έχουν επικαιρικό χαρακτήρα, αλλά δεν λείπουν και ειδικότερες αναλύσεις έργων τέχνης. (Μια επιλογή τους δημοσιεύθηκε από τον Φαίδ. Κ. Μπουμπουλίδη στον τόμο Κριτικά, Αθήναι 1966).

Κριτικά είναι και ορισμένα κεφάλαια των έργων Όθων και η ρομαντική δυναστεία και Άγιον Όρος, όπου κυρίως εξετάζεται η τέχνη στον Άθω και μάλιστα οι βυζαντινές τοιχογραφίες των μεγάλων αγιογράφων. Αντίθετα, με το άλλο έργο του, η μοναδική θεατρική του σύνθεση Ο Όρκος του πεθαμένου (δράμα με πρόλογο του Ν. Λάσκαρη, Αθήναι 1932), εμπνευσμένη από το γνωστό δημοτικό τραγούδι του Νεκρού αδελφού, δεν θεωρείται επιτυχημένη.

Παράλληλα προς τη λογοτεχνική του ενασχόληση και την τεχνοκριτική, ο Παπαντωνίου κατέγινε και με τη ζωγραφική και μάλιστα τη σχεδιογραφία, απεικονίζοντας με τρόπο χιουμοριστικό πρόσωπα της πολιτικής και ιδιαίτερα της πνευματικής ζωής του τόπου. Κάποια σχέδια του παρουσιάστηκαν σε έκθεση του Ζαππείου το 1912, άλλα βρίσκονται εγκατεσπαρμένα σε περιοδικά κι εφημερίδες των χρόνων του. Με την τελευταία του αυτή επίδοση ο υποδειγματικός τεχνίτης του ποιητικού και πεζού λόγου συμπληρώνει την παρουσία του στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή του τόπου.

Για τον Ζαχαρία Παπαντωνίου – Αλέξης Ζήρας: «Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου και το ανέφικτο της ανθρώπινης ευτυχίας»

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Η ιστορία της ελληνικής  πεζογραφίας σε όλη τη διαδρομή του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα μας οδηγεί σε ορισμένα συμπεράσματα. Όπως σε ανάλογα συμπεράσματα μάς οδηγεί και η συγκριτική ανάγνωση έργων από συγγραφείς που παρουσιάστηκαν στα Γράμματά μας σε δυο περιόδους: στα αμέσως μετεπαναστατικά χρόνια και, αργότερα, στα χρόνια μετά το 1880. Στη δεύτερη περίοδο, πράγματι, με τη διεύρυνση του κράτους, σε σημαντικό βαθμό άλλαξαν τα δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας, παίρνοντας τη σύγχρονη μορφή τους. Έγιναν πιο ευκρινείς και ταυτοχρόνως διαφοροποιήθηκαν αρκετά οι σχέσεις των κοινωνικών στρωμάτων μεταξύ τους, οι πολιτισμικές τους ταυτότητες. Και μαζί με αυτά, έγιναν σαφείς οι εθνικοί προσανατολισμοί˙ μετά τον Ιωάννη Κωλέττη, ο προς ανατολάς αλυτρωτισμός συναντά τη φυλετική μυθολογία της αδιάσπαστης συνέχειας. Επρόκειτο, όμως, για κινήσεις που ανταποκρίνονταν σε μια βαθύτερη ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να εντοπίσει το στίγμα της. Το κοίταγμα προς τα μέσα, η αυτοπαρατήρηση δεν ήταν, όπως γενικά νομίζεται, μια στρατηγική της διανόησης και της πολιτικής. Ξαφνικά, για τους λογίους και τους συγγραφείς, ο μεγάλος άγνωστος και ο προσδοκώμενος λυτρωτής δεν ήταν ο ξένος παράγοντας, αλλά ο ίδιος ο λαός.

Κατά έναν τρόπο που μπορεί να φανεί περίεργος σ’ έναν ιστορικό που εξετάζει τα φαινόμενα μεμονωμένα, η λογοτεχνία των μετεπαναστατικών χρόνων, περίπου έως το 1870, μολονότι ήταν πολύ κοντά στον απόηχο των γεγονότων της εθνικής εξέγερσης, ήταν συνάμα πολύ περισσότερο ανοιχτή προς άλλες εθνικές ταυτότητες. Οι ποιητές και οι πεζογράφοι, προερχόμενοι κυρίως από παροικίες και πόλεις του λεγόμενου μείζονος ελληνισμού, από την Κωνσταντινούπολη, την Οδησσό, τη Σμύρνη, αλλά και από τα Επτάνησα και τα άλλα νησιά του Αιγαίου που γνώρισαν αυτοτελή οικονομική άνθηση, ένιωθαν περισσότερο κοσμοπολίτες από όσο οι προερχόμενοι από την κυρίως Ελλάδα. Η συνάφειά τους με χώρες της Δυτικής Ευρώπης, το ότι αρκετοί από αυτούς ήταν έμποροι που ταξίδευαν συνεχώς, οι ανοιχτοί ορίζοντες της παιδείας τους συνέτειναν στο να εκτιμήσουν διαφορετικά το ρόλο που θα μπορούσαν να παίξουν στην Ελλάδα η λογοτεχνία και γενικότερα τα Γράμματα. Ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Δημήτριος Βικέλας, ο Στέφανος Ξένος, ο Αλέξανδρος Πάλλης, ο Δημήτριος Σούτσος, ο Ιάκωβος Πιτζιπιός, ο Γρηγόριος Παλαιολόγος, ο Εμμανουήλ Ροΐδης, και άλλοι, ενδιαφέρονταν προπάντων για τον παιδευτικό και ηθικό ρόλο των Γραμμάτων, για το ότι διαμόρφωναν τις νοοτροπίες και τις συνειδήσεις των νεοτέρων. Και τούτο, ανεξάρτητα από το αν η λογοτεχνία της περιόδου εκείνης ήταν γραμμένη σε κάποια μορφή και εκδοχή της καθομιλουμένης ή της καθαρεύουσας.

Ο προσανατολισμός ενός μεγάλου μέρους των συγγραφέων και των λογίων προς τη δημοτική, λίγο πριν και λίγο μετά το 1880, είναι άμεσα συνδεδεμένος με την εξάπλωση σε ευρεία κλίμακα του εθνισμού και της επανεκτίμησης του λαού και των παραδόσεών του. Η ανάληψη δράσης από τον Γιάννη Ψυχάρη και τον κύκλο του γίνεται σε μια στιγμή όπου πλέον αποτελεί κρίσιμο συλλογικό διακύβευμα η γνώση της εθνικής ταυτότητας, του ποιοι είναι, πώς ζουν και τι κοινά στοιχεία έχουν οι Έλληνες. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, από πολιτισμική τουλάχιστον άποψη, οι ηγεσίες της ελλαδικής κοινωνίας ολοένα και περισσότερο έχαναν το ενδιαφέρον τους για το διεθνές περιβάλλον και μετατρέπονταν σε εσωστρεφείς. Αντίθετα προς τους διανοούμενους της προηγούμενης χρονικής περιόδου, που, ως πιο πραγματιστές, πίστευαν ότι σκοπός της εκπαίδευσης είναι η ενίσχυση του επιπέδου γνώσεων του λαού, οι διανοούμενοι μετά το 1880 στράφηκαν στο θέμα της διάσωσης της λαϊκής γλώσσας αλλά και της τυπολογίας της κοινωνικής βάσης που τη μιλούσε, θεωρώντας τόσο τη μια όσο και την άλλη ως τα μόνα γνήσια στοιχεία που εξακολουθούν να εγκιβωτίζουν το ζητούμενο της αυτογνωσίας.

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου (Καρπενήσι, 1877–Αθήνα, 1940), κάμποσα χρόνια νεότερος από τον βασικό κορμό της γενιάς του 1880, όπως και ο κατά μία δεκαετία μεγαλύτερός του Αντώνης Τραυλαντώνης, προσδιορίζεται πάντως από το πνεύμα της, από τις επιλογές της, βασικότερη από τις οποίες ήταν, χωρίς αμφιβολία, η επίμονη ψαύση των συλλογικών μας διαφορών. Χαρακτηριστικό είναι εδώ το παράδειγμα του Παπαντωνίου από μια ορισμένη σκοπιά. Ενώ κάποια στιγμή, μεταξύ του 1908 και του 1911, φεύγει από την Ελλάδα και πηγαίνει στο Παρίσι, προσδοκώντας κι αυτός την αποκαλυπτική συνάντηση με την «ευρωπαϊκή εμπειρία», όταν επιστρέφει στην Αθήνα και στον κύκλο των προηγούμενων δραστηριοτήτων του, ενώ έχουν αλλάξει αρκετά ως προς την τεχνοτροπία και τη γραφή τα κείμενά του, δεν άλλαξε ο πυρήνας των βιωμάτων του, ο συνήθως επαρχιακός ή μικροαστικός κόσμος με το περιορισμένο όραμα ζωής. Και πριν και μετά το ταξίδι, το κέντρο βάρους της οπτικής του είναι στο ίδιο σημείο: θέματα αντλημένα από προσωπικά βιώματα και παρατηρήσεις του, περιγραφή των ηθών στην ελληνική ενδοχώρα και στις αθηναϊκές γειτονιές, αν και όχι με την εθιμογραφική σκοπιά, δηλαδή της απλής και οριζόντιας περιγραφής, όσο με την πρόθεση να προβληθεί μέσα από την αφήγηση και τους διαλόγους η εσωτερική, ψυχική σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του, φυσικό ή κοινωνικό.

Προερχόμενος από οικογένεια με αστική παιδεία, ο Παπαντωνίου ήρθε νεαρός, το 1890, στην Αθήνα. Το 1895 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή, αλλά σύντομα διέκοψε τις σπουδές του, όπως, αν και ταλαντούχος στο σχέδιο, δεν ολοκλήρωσε τη φοίτησή του σε εργαστήρια ζωγραφικής για να εγγραφεί στη Σχολή Καλών Τεχνών. Αντίθετα, όπως ένας μεγάλος αριθμός λογίων και λογοτεχνών της γενιάς του, κατευθύνθηκε και αυτός προς τη δημοσιογραφία, σε μια εποχή που θεωρείται ο «χρυσός αιώνας» της, καθώς οι εφημερίδες από το 1850 έως περίπου το 1950 ήταν ο βασικός χορηγός γνώσεων και παιδείας σε μεγάλα στρώματα του ελληνικού λαού. Η μεταπήδησή του από έντυπο σε έντυπο [Ακρόπολις, Σκριπ, Η Εφημερίς των Συζητήσεων (κατά τo γαλλικό αντίστοιχο της Journal des Débats), Χρόνος, Εμπρός, Ελεύθερον Βήμα κ.ά.] δεν άλλαξε ουσιαστικά το στίγμα του, το ειδικό ενδιαφέρον του που τον έκανε εξάλλου ιδιαίτερα δημοφιλή στο αθηναϊκό κοινό. Κατά τους ιστορικούς του καθημερινού Τύπου, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου με τα καθημερινά του χρονογραφήματα είχε καταφέρει να αποκτήσει τους δικούς του αναγνώστες, μεταφέροντάς τους σε όποια εφημερίδα μετακόμιζε! Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι το ύφος που είχε επιβάλει στα χρονογραφήματά του και το οποίο αποτέλεσε ένα είδος σχολής για τους μεταγενέστερους  (Γεώργιο Φτέρη, Παύλο Παλαιολόγο), ο αβρός και ελαφρά δηκτικός τρόπος του να περιγράφει γεγονότα της κάθε μέρας, ανυψώνοντάς τα από την ευτέλεια, υπήρξε οδηγός και στα άλλα του, στα καθαυτό λογοτεχνικά πεζά. Με το χιούμορ, διατηρούσε μια απόσταση από τα όσα περιέγραφε˙ ακόμα και σε θέματα τρέχοντα ή απολύτως συμβατικά, είχε τον τρόπο να μεταδίδει ένα συναισθηματικό, λυρικό χρώμα.

Αναμφίβολα η κορύφωσή του ως συγγραφέα ήταν κατά τη διάρκεια της τρίχρονης –αλλά όπως φαίνεται αποφασιστικής για την αισθητική του διαμόρφωση– παραμονής στο Παρίσι. Τα χρονογραφήματα που έστειλε από εκεί στο Εμπρός αντανακλούν αμέσως το πόσο διαφοροποιήθηκε ως προς την τεχνική, το ύφος αλλά και τον εστιασμό του σε θέματα τρέχοντα, που τα πλούτιζε με τις δημιουργικές τους επινοήσεις. Είναι εμφανές, ακόμα, ότι αυτό που του άλλαξε το γράψιμο δεν ήταν τόσο η λογοτεχνία καθεαυτή, η ποίηση και η πεζογραφία που γνώρισε από κοντά, όσο η ζωγραφική, καθώς η γαλλική του διαμονή τον έφερε σε συνάφεια με τα έργα του εικαστικού μοντερνισμού, τους συμβολιστές και τους καλλιτέχνες των άλλων εικαστικών τάσεων και των σχολών που διαδέχονταν ραγδαία η μία την άλλη. Έτσι, πέρα από το ότι ένα μεγάλο μέρος των χρονογραφημάτων του, τα μετέπειτα Παρισινά Γράμματα (1956), ασχολούνται με ζητήματα και θέματα τέχνης, πολλές ήταν και οι ειδικές ανταποκρίσεις του για διάφορες παρισινές εκθέσεις.

Τελικά, το 1912 εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία και ανέλαβε, ύστερα από προσωπική παρότρυνση του Ελευθέριου Βενιζέλου, διοικητικά καθήκοντα στον κρατικό μηχανισμό: νομάρχης (1912-1918) στη Ζάκυνθο, στην Καλαμάτα και στις Κυκλάδες, διευθυντής, της Εθνικής Πινακοθήκης –όπου ο Παπαντωνίου πράγματι βρέθηκε στο στοιχείο του– και, τέλος, το 1923, καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

Στο εξής, τα ενδιαφέροντά του ήταν στραμμένα κατά κύριο λόγο προς τη δημόσια αισθητική παιδεία: οργάνωσε και πλούτισε τις συλλογές έργων της Πινακοθήκης, σχεδίασε και ενίσχυσε το πρόγραμμα ίδρυσης τοπικών μουσείων και αιθουσών τέχνης στην επαρχία, έκανε θεματικές και άλλες εκθέσεις, ασχολήθηκε με τη συγγραφή και τη φροντίδα αναγνωστικών για σχολική χρήση (Τα ψηλά βουνά, 1918), ενώ παράλληλα άρχισε πάλι να δημοσιογραφεί –ασχολούμενος όμως μόνο με την κριτική των εικαστικών– στην εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα.

Αν εξαιρέσουμε τα πρώτα, πατριωτικά του ποιήματα, τα Πολεμικά τραγούδια (1898), που απηχούν βιώματα της συμμετοχής του στον ατυχή πόλεμο του 1897, καθώς και ένα εφηβικό διήγημά του που δημοσίευσε το 1895 ο Γρηγόριος Ξενόπουλος στο περιοδικό Εικονογραφημένη Εστία, όλα τα άλλα βιβλία του Ζαχαρία Παπαντωνίου εκδόθηκαν μετά την επάνοδό του από τη Γαλλία, σε σχετικά ώριμα χρόνια. Εκτός από τα χρονογραφήματά του αγαπήθηκε ιδιαίτερα για τα πεζά του ποιήματα, Πεζοί ρυθμοί (1922), ένα υβριδικό είδος αφηγηματικών λυρικών κειμένων τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν συγγενή, ως προς τη συμβολιστική, αφαιρετική τους τεχνική, με έργα των Ελλήνων αισθητιστών του πρώιμου 20ου αιώνα, όπως, λ.χ., του Νίκου Καζαντζάκη, του Ίωνα Δραγούμη, του Περικλή Γιαννόπουλου, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη κ.ά. Στα περισσότερα αφηγήματα που έγραψε και δημοσίευσε μετά το 1920 (Διηγήματα, 1927˙ Ο βυζαντινός όρθρος, 1936˙ Η θυσία, 1937) αλλά και στα οδοιπορικά του (Ταξίδια, 1955), ξανασυναντούμε τον λυρικοπαθή, άκρως προσεκτικό στη λεπτομέρεια συγγραφέα, ο οποίος, όπως και στα ποιήματά του, ζητά να υποβάλει έντεχνα στον αναγνώστη την εσωτερική πραγματικότητα των περιστατικών, των μικρών δραμάτων, δηλαδή την ψυχογραφική τους αποτύπωση.

Τα πεζά του Παπαντωνίου, όπως και του Αντώνη Τραυλαντώνη, εστιάζονται σ’ έναν κόσμο επίγνωσης της ματαιότητας, σ’ έναν κόσμο διψασμένο για δικαιοσύνη, που όμως οι αλλεπάλληλες ηθικές του ήττες τον κάνουν να εγκαταλείπει το «πεδίο μάχης» και να αποσύρεται συνειδητά. Δουλεμένα με μεγάλη προσοχή, ιδίως στις ελάχιστες λεπτομέρειές τους, αρχιτεκτονικά άψογα, τα πεζά του μοιάζουν πολύ συχνά με πίνακες που τρέπουν το βλέμμα σε μια αφαίρεση, σε μια κατάσταση ρέμβης και ονείρου, ακόμα και αν τα θέματά του είναι καθαυτό δραματικά ή τραγικά.