ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ, Λεωνής (απόσπασμα) -Αδίδ. κείμενο, ερωτήσεις – απαντήσεις

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία, Τάξη: Α’ Εσπερινού ΓΕΛ, Ενότητα: «Τα φύλα στη Λογοτεχνία»

ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ (1906-1966)

UEOTOK;AW

 Ο παππούς χαιρότανε να βλέπει το Λεωνή με στολή, ακούμπησε το χέρι του στον ώμο  του και τον παρουσίασε στην κυρία με καμάρι. Ναι, βέβαια, του άρεζε πολύ να φορεί ο Λεωνής ελληνική στολή και δίκωχο1 με εθνόσημο και να κάνει παρέλαση με σημαίες μπροστά. Αυτό είτανε κάτι καλό, ο παππούς δεν μπορούσε να έχει καμιά αντίρρηση, μάλιστα αν συλλογιζότανε κανείς όλα εκείνα τα περασμένα, τις κρεμάλες στις πλατείες και τα πατριωτικά τραγούδια τη νύχτα, μυστικά, μες στο φόβο και τον τρόμο. Τώρα όλα είχαν αλλάξει, η νέα γενεά άνοιγε δρόμο με τις σημαίες της προς έναν κόσμο καινούριο και καλύτερο, έναν κόσμο ελευθερίας και χαράς. Η τελευταία λόξα του παππού είτανε να σταματά στο δρόμο Άγγλους και Γάλλους ναύτες (όχι στρατιώτες, αλλά ναύτες, τέτοια είταν η ιδιοτροπία του) και να τους παίρνει στις μπιραρίες και να τους κερνά. Με τους Γάλλους μάλιστα, επειδή ήξερε τσάτρα-πάτρα τη γλώσσα τους, έφτανε σε μεγάλη οικειότητα και στο τέλος σηκωνότανε απάνω και φώναζε: Vive la France!2

– Ελένη!

Είταν η φωνή της ηλικιωμένης νόστιμης κυρίας.

Κι αμέσως η απόκριση:

– Ναι, θεία.

Ο Λεωνής δε στράφηκε να κοιτάξει. Αισθάνθηκε ένα ελαφρό φουστάνι δίπλα του, μια πλούσια ανοιχτόχρωμη κόμη, ξέμπλεκη κάτω από μια μεγάλη ψάθα, ένα πρόσωπο ωραίο, δροσερό και γελαστό, μια μεγάλη γλυκύτητα σ’ όλα τα πράματα τριγύρω του.

– Να σας παρουσιάσω μια χαριτωμένη ανηψούλα μου, είπε η κυρία στον παππού. Είναι η Ελένη Φωκά.

– Ποιανού Φωκά; ρώτησε ο παππούς ενώ έπαιρνε το χέρι του κοριτσιού.

Η κυρία έδωσε όλες τις πληροφορίες. Ο καημένος ο πατέρας της μικρής είτανε πρώτος της εξάδελφος, είταν ο Φωκάς των σιταριών, που πέθανε τον καιρό του πρώτου βαλκανικού πολέμου. Ο παππούς τον θυμήθηκε. Πώς, βέβαια, τον ήξερε καλά, είχε σχέσεις μαζί του, επαγγελματικές σχέσεις. Ποιος ξέρει αν δεν τον είχε δείρει και καμιά φορά στη Γέφυρα ή σε κανένα άλλο πολυσύχναστο πέρασμα του Γαλατά;

Ύστερα η κυρία παρουσίασε το Λεωνή στην ανηψιά της.

– Αυτός ο νέος πολεμιστής, είπε, είναι εγγονός του κ. Μπιλαρίκη.

Η Ελένη Φωκά τον κοίταξε μες στα μάτια επίμονα, όπως συνήθιζε. Χαμογελούσε με οικειότητα. Ο Λεωνής βάλθηκε να συλλογίζεται διάφορα πράματα που του φάνηκαν, εκείνη τη στιγμή, ως τα πιο καταπληκτικά πράματα που μπορούσανε να συμβούνε στον κόσμο.

“Είμαι κοντά της. Είμαι κοντά της για πρώτη φορά. Την κοιτάζω, με κοιτάζει, χαμογελά για μένα, για κανέναν άλλον, μου τείνει το χέρι της, πιάνω το χέρι της, εγώ ο Λεωνής κρατώ  το χέρι της μες στο χέρι μου, δεν είναι παραμύθι, δεν είναι όνειρο, είναι κάτι που συμβαίνει πραγματικά, που το νιώθω στο δέρμα του χεριού μου, στους χτύπους της καρδιάς μου. Πώς χτυπά η καρδιά μου! Είμαι κατακόκκινος, τα αυτιά μου βράζουν, είμαι αδέξιος, είμαι γελοίος, δεν ξέρω πώς να σταθώ αντίκρυ της, πού να βάλω τα χέρια μου. Πόσο με στενοχωρούν τα χέρια μου! Μα δε θα βρω τίποτα να πω;”

“Η τύχη σου δουλεύει” έλεγε η ηχώ μες στη μνήμη του. “Γάμος από έρωτα… Ογδόντα χρονώ… Ενενήντα χρονώ…”

Τι αστείο! Ο Λεωνής ενενήντα χρονώ, με μια μεγάλη άσπρη γενειάδα σαν Άγιος Βασίλης και με κάμποσες ενωμοτίες3 εγγόνια και δισέγγονα… Θα είτανε κάτι ωραίο, ωστόσο, ένας γάμος από έρωτα, να βαστά σ’ όλη τη ζωή αυτή η μεγάλη γλυκύτητα που σκέπαζε τώρα τα δέντρα, τον Κήπο, την Πόλη ολόκληρη, αυτό το εξαίσιο σφίξιμο μες στο στήθος κι εκείνη έτσι να χαμογελά ολοένα, να τον κοιτάζει μες στα μάτια και να χαμογελά…

Η Ελένη Φωκά είτανε πολύ βιαστική, ζητούσε συγγνώμη, είχε υπηρεσία στα περίπτερα, δεν μπορούσε να μείνει μαζί τους πιο πολύ. Αποχαιρέτησε τη θεία της, τον παππού, στράφηκε ξανά προς το Λεωνή.

– Ελπίζω, είπε, να μην αργήσουμε να ξαναϊδωθούμε.

Τότε ο Λεωνής συλλογίστηκε, για πρώτη φορά στη ζωή του: “Είμαι ερωτευμένος!”. Και του φάνηκε όλος ο κόσμος τριγύρω του σαν ένα πλήθος μυρμήγκια.

Αθήνα, Εστία, 2002

1 είδος καπέλου

2 Ζήτω η Γαλλία!

3 πολυάριθμα

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α

α1.Να αναφέρετε τα βασικά πρόσωπα της αφήγησης και να προσδιορίσετε τις μεταξύ

τους σχέσεις. (15 Μονάδες)

α2. μάλιστα αν συλλογιζότανε κανείς όλα εκείνα τα περασμένα, ….. έναν κόσμο καινούριο

και καλύτερο, έναν κόσμο ελευθερίας και χαράς. Να διακρίνετε στο απόσπασμα αυτό τα

δύο διαφορετικά χρονικά επίπεδα (10 Μονάδες)

ΣΥΝΟΛΟ: 25 ΜΟΝΑΔΕΣ

β

β1. Να περιγράψετε την εικόνα της Ελένης, όπως αναδύεται μέσα από τα μάτια του

Λεωνή. (10 Μονάδες)

β2. Να καταγράψετε και να σχολιάσετε τις αντιδράσεις του Λεωνή όταν του

συστήνουν την Ελένη. (15 Μονάδες)

ΣΥΝΟΛΟ: 25 ΜΟΝΑΔΕΣ

Απαντήσεις

α

α1. Τα βασικά πρόσωπα της αφήγησης είναι ο Λεωνής, νεαρός στρατιωτικός, ο παππούς του Μπιλαράκης, η Ελένη Φωκά, μια όμορφη νέα και η θεία της, γνωστή του παππού του Λεωνή, που τη συστήνει στο νεαρό Λεωνή, παρουσία του παππού του.

α2. Το πρώτο χρονικό επίπεδο αφορά το τότε, τα περασμένα (κρεμάλες στις πλατείες, μυστικά, όχι φανερά τραγούδια μέσα στη νύχτα, μες στο φόβο και τον τρόμο) – αναδρομή. Το δεύτερο χρονικό επίπεδο αφορά το τώρα, τη στιγμή της αφήγησης, όταν η νέα γενιά άφηνε ελπίδες για έναν κόσμο καινούργιο και καλύτερο, έναν κόσμο ελευθερίας και χαράς.

β

β1. Ο Λεωνής, όταν η θεία της φώναξε την Ελένη, για να τη συστήσει, δε σκέφτηκε να την κοιτάξει. Αισθάνθηκε, ωστόσο, ένα ελαφρό φουστάνι δίπλα του, πλούσια ξέπλεκα μαλλιά, ανοιχτόχρωμα, κάτω από μια μεγάλη ψάθα, ένα ωραίο, δροσερό και γελαστό πρόσωπο και μεγάλη γλυκύτητα σε όλα τα πράγματα γύρω του. Όταν την κοίταξε κι εκείνη του χαμογελούσε με οικειότητα, κοιτώντας τον επίμονα στα μάτια, ο Λεωνής ένιωσε ευτυχισμένος κοντά της, να της κρατά το χέρι και να σκέφτεται ότι αυτό δεν ήταν όνειρο, αλλά κάτι που συμβαίνει πραγματικά και κάτι από τα πιο εκπληκτικά πράγματα που του συνέβησαν.

β2. Η πρώτη αντίδραση του Λεωνή ήταν να σκεφτεί ότι του έτυχε πρώτη φορά να βρεθεί κοντά της και να νιώθει ο τυχερότερος άνθρωπος του κόσμου. Το ότι κρατά το χέρι της μέσα στο δικό του και την κοιτά στα μάτια δεν μπορεί να το συνειδητοποιήσει. Άρχισε να χτυπά δυνατά η καρδιά του, να κοκκινίζει, να βράζουν τα αφτιά του, να γίνεται αδέξιος, να μην ξέρει τι να κάνει τα χέρια του, πώς να σταθεί απέναντί της.

Στη συνέχεια φαντάζεται να έχει παντρευτεί την Ελένη από έρωτα και να ζήσουν μέχρι τα βαθιά γεράματα, με αγάπη, κι εκείνη να του χαμογελά, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Όταν τελείωσαν οι συστάσεις και η Ελένη του είπε πως ελπίζει να μην αργήσουν να ξαναϊδωθούνε, εκείνος αισθάνθηκε τόσο ερωτευμένος, που όλος ο κόσμος γύρω του φάνηκε μικρός, σαν μυρμήγκια. Αυτές είναι οι αντιδράσεις ενός ερωτευμένου νέου.

ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Πολύ χρήσιμο υλικό για το έργο του Θεοτοκά «Λεωνής» μπορείτε να βρείτε στο: http://www.matia.gr/7/78/7806/7806_1_19.html, όπου φιλοξενείται άρθρο της φιλολόγου Αμαλίας Κ. Ηλιάδη και αφορά σε: περίληψη του μυθιστορήματος, περιγραφικά χωρία και χαρακτηρισμούς προσώπων.

Βιογραφικά – Ο συγγραφέας και η εποχή του

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%98%CE%B5%CE%BF%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CF%82

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΡΑΓΚΙΑΣ, Ένα πρωϊνό – Αδίδ. κείμενο, ερωτήσεις – απαντήσεις

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία, Τάξη: Α’ Εσπερινού ΓΕΛ, Ενότητα: «Τα φύλα στη Λογοτεχνία» ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΡΑΓΚΙΑΣ (1921-2002)

Ο Αντώνης,  που κοιμάται στην διπλανή κάμαρη, πρέπει να σηκωθεί. Η γυναίκα του, η Βαγγελία, τον σκούντησε, αλλ’ αυτός αποκρίθηκε αόριστα πως δεν κοιμάται και ότι θέλει να τον αφήσει ακόμα λίγο.

–  Επειδή είπες πως θα φύγεις νωρίς.

– Όταν έχω δουλειά δεν περιμένω να με ξυπνήσουν.

–  Γιατί δε γυρίζεις τότε να κουβεντιάσουμε;

–  Θέλω κάτι να σκεφτώ. Χρειάζομαι ακόμα λίγη ώρα.

Ο Αντώνης όμως δεν έχει πια χρόνο για κουβέντα. Τα λόγια της Βαγγελίας τού φάνηκαν σαν τραγουδιστά, αλλά θάναι ανοησία αν δείξει πως τα πρόσεξε. Το σταχτί φως που έχει χυθεί σαν υγρασία στον τοίχο πάει να ροδίσει κι αυτό σημαίνει πως είναι κι όλας αργά. Όταν χαθεί ο θαμπός αέρας και μπερδευτούν οι φωνές της αυλής με τ’ αυτοκίνητα και τη φασαρία του δρόμου, χωρίς νάχει ξεκαθαρίσει στο μυαλό του αυτό που σκέπτεται, θάναι μια απώλεια ανεπανόρθωτη. Η Βαγγελία μπορεί να περιμένει, τα μάτια της θάναι κι αύριο το ίδιο λαμπερά, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν σε τίποτα για να βρει ο Αντώνης πώς πρέπει να ενεργήσει για να κερδίσει την ημέρα του. Πρέπει λοιπόν να επωφεληθεί απ’ αυτό το ακαθόριστο διάστημα που του μένει ακόμα. Αν είταν ζήτημα δουλειάς ή θυσίας θα υπήρχε η λύση. Τώρα όμως χρειάζεται σκέψη γιατί η μέρα άρχισε. Ο Αντώνης είναι γυρισμένος με την πλάτη προς την Βαγγελία και βλέπει πως το φως στερεώνεται στα πράματα, με την κρυφή ελπίδα μήπως μετανοιώσει και πισωστρέψει, μήπως αργοπορήσει λίγο και του αφήσει μία μικρή προθεσμία, όχι για πολύ, ώσπου να ξεκαθαρίσει από πού πρέπει ν’ αρχίσει. Βρέθηκε και σήμερα ανέτοιμος, το φως τον πρόλαβε.

–  Αντώνη, γύρισε να μιλήσουμε, έχω κάτι σπουδαίο…

–  Δεν προφταίνω τώρα. Δεν υπάρχουν σπουδαιότερα απ’ αυτά που σκέπτομαι.

–  Κι αν υπάρχουν;

–  Θα τα κουβεντιάσουμε αργότερα.

Τα μάτια της Βαγγελίας ισκιώσανε. Κοίταξε την πλάτη του Αντώνη, το καινούργιο φως του πρωινού και ζάρωσε πίσω του κρατώντας για τον εαυτό της κάποια αίσθηση άνοιξης πούναι σκόρπια παντού. Όλος ο κόσμος μαζεύτηκε τώρα σ’ αυτές τις δυο κάμαρες, σ’ ό,τι βλέπουν τα μάτια της. Έξω, η αυλή είναι ακόμα άδεια, γεμάτη μυρουδιές απ’ τις γλάστρες της Ισμήνης. Δεν είναι μόνο το άρωμα απ’ τα λουλούδια. Και τα πόδια του τραπεζιού γίνανε χλωρά, οι ρόζοι φουσκώσανε κι είναι έτοιμοι να πετάξουν βλαστό. Ναι, η άνοιξη τρυπώνει αθόρυβα απ’ τις γρίλλιες και τις χαραμάδες και απλώνεται στο μαξιλάρι, στην άκρη της ντουλάπας, στα φρύδια και τα κλειστά βλέφαρα του Αντώνη. Η Βαγγελία τού χάιδεψε πολύ αλαφριά τα μαλλιά, ίσως και να μην τον ακούμπησε διόλου, αλλ’ αυτός σήκωσε το χέρι του να διώξει κάτι που τον ενοχλούσε. Ύστερα η Βαγγελία ανασηκώθηκε, ακούμπησε το σαγόνι της στον ώμο του και του είπε σιγά:

–  Θέλω να σου πω κάτι σπουδαίο.

–  Πες το επί τέλους να τελειώνουμε.

Η γυναίκα όμως μετάνιωσε, κατάπιε το λόγο της και είδε πως το μούτρο του ήταν σφιγμένο, σα νάχε πετρώσει.

-Θα μιλήσεις, δεν έχω καιρό για χάσιμο.

-Καταλαβαίνεις τη μυρουδιά απ’ τα λουλούδια; τον ρώτησε γιατί αυτό της ήρθε πιο εύκολα στο στόμα.

Ο Αντώνης θύμωσε για τις σαχλαμάρες που βρήκε να τον ρωτήσει κι έβαλε τις φωνές πως στις κρίσιμες αυτές ώρες η Βαγγελία τού μιλάει πάντα για ένα σωρό αηδίες. Αυτή κουβαριάστηκε πίσω απ’ την πλάτη του και κράτησε την αναπνοή της, σαν το άταχτο παιδί που θέλει να κρυφτεί.

–  Άμα ηρεμήσεις θα στο πω, του ψιθύρισε.

–  Όχι, άμα έχω καιρό.

Ο Αντώνης θάθελε νάναι από κείνους τους ήσυχους κι ευτυχισμένους ανθρώπους που συζητάνε κάθε πρωί με τη γυναίκα τους για χίλια δυό ασήμαντα πράματα. Τώρα δεν μπορεί. Θέλει να χουφτιάσει το πρόσωπο της Βαγγελίας και κοιτώντας βαθειά στα καστανά της μάτια να της πει καθαρά πως όλο αυτό τον τελευταίο καιρό τρέχει και χτυπιέται ανώφελα, πως όλες αυτές οι περίφημες δουλειές του είναι μόνο κούραση, πως δεν έχει στεριώσει τίποτα που θα τον αφήσει να πάρει ανάσα. Τι πιο σπουδαίο και πιο δύσκολο μπορεί νάχει το κεφάλι ενός ανθρώπου; Τρέχω και τσακίζουμαι ολημερίς, μιλάω και περπατάω ακατάπαυστα, σβουρίζω σε χίλιες δυο δουλειές και στο τέλος δε βγαίνει τίποτα. Μπορεί να μας κάνουν έξωση, μπορεί να με κλείσουνε φυλακή -σκέψου εγώ να πάω φυλακή για χρέη;- μπορεί να μας κατασχέσουν και το κρεβάτι που κοιμόμαστε, όλα είναι πιθανά, τόσο που δεν ξέρω τι θα γίνει σήμερα. Κι επειδή όλα είναι πιθανά και δυνατά δεν αποκλείεται να πιάσουμε και την καλή. Γι’ αυτό δε σου λέω ακόμα τίποτα. Ο Αντώνης θάθελε νάναι από κείνους τους ήσυχους. Η ανησυχία σου δε μου χρειάζεται, θα με τσακίσει. [… ]

Όταν ο Αντώνης άνοιξε τα μάτια του είδε την Βαγγελία να κάθεται απέναντί του στα πόδια του κρεβατιού.

-Θαρρώ πως πέρασε το πρώτο λεωφορείο, του είπε.

-Είταν φορτηγό, το άκουσα. Ζημιά που έπαθα να χάσω το ρολόι μου! Γιατί σηκώθηκες;

Η Βαγγελία κατάλαβε πως δεν ωφελούν πια τα παρακάλια για να κουβεντιάσουνε. Αυτό που θέλει να του πει δεν είναι μια εμπορική κουβέντα που την πετάς φτυσιά στο δρόμο. Πρέπει νάναι στα καλά του, να ξαλαφρώσουν τα φρύδια του, για να ευχαριστηθεί μ’ αυτό που θ’ ακούσει. Τώρα τα μάτια του είναι πάλι κλειστά και τα χείλια του παίζουνε σα να ψιθυρίζει κάποια προσευχή. Ύστερα τον είδε να γυρίζει απότομα και να χώνει τα μούτρα του στο μαξιλάρι. […]

Ανθολογία Ελληνικού διηγήματος 1900-1963, Έκδ. Γ.Κουρή, Αθήνα, 1963

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α

α1. Να κατονομάσετε τα βασικά πρόσωπα στα οποία αναφέρεται το κείμενο και να προσδιορίσετε τη μεταξύ τους σχέση. (15μονάδες)

α2. Να περιγράψετε με συντομία το χώρο στον οποίο ζουν. (10 μονάδες)

ΣΥΝΟΛΟ:25 ΜΟΝΑΔΕΣ

β

β1. Ο Αντώνης θάθελε νάναι από κείνους τους ήσυχους… Η ανησυχία σου δε μου χρειάζεται, θα με τσακίσει.: Να καταγράψετε τις σκέψεις, τις οποίες κάνει ο άντρας στο απόσπασμα. (10 μονάδες)

β2. Να σχολιάσετε αυτές τις σκέψεις και να τις εντάξετε στα κοινωνικά στερεότυπα τα σχετικά με το ρόλο των αντρών στην οικογένεια. (15 μονάδες)

ΣΥΝΟΛΟ: 25 ΜΟΝΑΔΕΣ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

α α1. Τα δύο πρόσωπα της ιστορίας είναι ο Αντώνης και η Βαγγελία, αντρόγυνο.

α2. Ο χώρος, στον οποίο ζουν, είναι ένα σπίτι με δύο κάμαρες που βλέπει στην αυλή, κοντά σ’ έναν πολυσύχναστο δρόμο, με αυτοκίνητα και φασαρία. Η αυλή είναι γεμάτη μυρωδιές και γλάστρες, είναι άνοιξη και στους τοίχους της κρεβατοκάμαρας ροδίζει το φως της ημέρας.

β

β1. Ο Αντώνης είναι ένας βιοπαλαιστής που τρέχει όλη μέρα να εξασφαλίσει τα προς το ζην, κάνει πολλές δουλειές, αλλά δεν μπορεί να στεριώσει. Έτσι, η μόνη του σκέψη είναι πώς θα τα καταφέρει, να μην κουράζεται ανώφελα. Αυτό που θα επιθυμούσε είναι να μπορεί να έχει το κεφάλι του ήσυχο, να μη σκέφτεται τις περίφημες δουλειές του, πώς θα πιάσει την καλή. Σκέφτε­ται πόσο όμορφα θα ήταν να είναι απαλλαγμένος από τις σκέψεις της δου­λειάς, να μη σκέφτεται το σήμερα, την ανησυχία ότι μπορούν του κάνουν έξωση ή να τον βάλουν φυλακή για χρέη και να μπορεί να κουβεντιάζει με τη γυναίκα του κάθε πρωί για ασήμαντα πράγματα.

β2. Οι σκέψεις του Αντώνη φανερώνουν άνθρωπο που αποζητάει τα απλά πράγματα της ζωής, τα οποία, όμως, στερείται από την αδήριτη πραγματι­κότητα της έλλειψης δουλειάς, ελεύθερου χρόνου, ηρεμίας και ασφάλειας. Είναι ο υπεύθυνος άντρας, που έχει υποχρέωση να συντηρήσει τη γυναίκα, το σπίτι. Στη γυναίκα του δεν εξομολογείται το άγχος του, ούτε τις ανησυχί­ες του, επιβαρύνει μόνο τον δικό του ψυχισμό.

ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ, Ο τοίχος – Αδίδ. κείμενο από Τρ. Θεμάτων με απαντήσεις

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία, Τάξη: Α’ Εσπερινού Γενικού Λυκείου, Ενότητα: «Τα φύλα στη λογοτεχνία» ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ (1919-2003)

Ο τοίχος (απόσπασμα)

Ήτανε μια μικρή αυλή, με δωμάτια που μένανε διάφοροι, σε μια γειτονιά μακριά από το κέντρο της πόλης, στη βιομηχανική περιοχή. Η ατμόσφαιρα ήτανε βαριά εκεί, όπως είναι πάντα στις βιομηχανικές περιοχές.

Αυτοί που μένανε στην αυλή δουλεύανε, οι περισσότεροι τους, στα γύρω εργοστάσια. Ήτανε μερικές φαμίλιες, κι ένας δημόσιος υπάλληλος, γραφεύς Α’ τάξεως, καμιά σαρανταπενταριά χρονώ, εργένης, που έμενε, μόνος, στο δωμάτιο δίπλα στο αποχωρητήριο.

Γύρω στην αυλή ήτανε κι άλλες αυλές κι άλλα σπίτια, ισόγεια κι αυτά και χαμηλά.

Οι γυναίκες την ασβεστώνανε ταχτικά την αυλή. Είχανε και γλάστρες με λουλούδια. Η αλήθεια είναι πως μύριζε το αποχωρητήριο, μα δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. […]

Τα πρωινά, οι γυναίκες, όσες δε δουλεύανε σαν τους άντρες στα εργοστάσια, συγυρίζανε τα δωμάτια. Σκουπίζανε την αυλή. Βάζανε μπουγάδα, κι έβλεπες τότε ένα σωρό εσώρουχα, αντρικά, γυναικεία, παιδικά. Γιατί ήτανε και παιδιά στην αυλή. Μικρά παιδιά που παίζανε όλη μέρα ή άλλα που πηγαίνανε σχολείο ή δουλεύανε τα μεγαλύτερα. Ήτανε κι ένα αγόρι που ήταν άρρωστο.

Αρρωσταίνανε βέβαια, πότε πότε, αυτοί που μένανε στην αυλή. Μα ήτανε μικροαρρώστιες. Το αγόρι όμως την είχε άσχημα. Έμενε σ’ ένα δωμάτιο με τη μάνα του, μια κοντή γυναίκα, αδύνατη, που είχε διαρκώς ένα φοβισμένο βλέμμα. Ήτανε χήρα, ο άντρας της είχε σκοτωθεί στον τελευταίο πόλεμο. Το αγόρι ήτανε μωρό τότε. Βασανίστηκε πολύ για να το αναστήσει. Δούλευε σ’ ένα υφαντουργείο. Ξενόπλενε κιόλας.

Το παιδί, από δώδεκα χρονώ, έπιασε δουλειά σ’ ένα μηχανουργείο. Επειδή ο νόμος έλεγε από δεκατεσσάρω και πάνω, κάνανε τ’ αδύνατα δυνατά για να πιάσει δουλειά. Ήθελε να βοηθήσει τη μάνα του.

Τώρα ήτανε δεκαπέντε χρονώ, δούλευε πάντα στο μηχανουργείο και το βράδυ πήγαινε σε τεχνική σχολή.

Το κακό πρωτοφανερώθηκε ένα απόγευμα, στο μηχανουργείο, την ώρα που δούλευε. Τόπιασε ένας βήχας πολύ δυνατός — έβηχε τον τελευταίο καιρό, μα δεν είχε δώσει σημασία, — και ξαφνικά έβγαλε αίμα.

Το πήγανε στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Το είδανε στις ακτίνες. Του βγάλανε και πλάκα. Ήτανε πειραγμένος ο αριστερός πνεύμονας.

— Ανάπαυση, καλό φαΐ, καθαρός αέρας! είπε ο γιατρός στη μάνα, που το βλέμμα της ήτανε γεμάτο φόβο, ακόμα πιο βαθύ φόβο από άλλοτε.

Και πρόσθεσε:

— Επίσης, προσοχή στον ψυχικό παράγοντα!

Η μάνα πήρε το παιδί και φύγανε.

Η ανάπαυση μπορούσε να γίνει. Το αγόρι σταμάτησε να δουλεύει. Του πήρε η μάνα του μια σαίζ – λόνγκ, μεταχειρισμένη. Έβγαινε στην αυλή και καθότανε. Το καλό φαΐ . . . Δούλευε υπερωρίες, ξελιγωνότανε στη δουλειά, για να του καλυτερέψει το φαί. Όσο για τον καθαρό αέρα, αυτό ήταν δύσκολο. Η ατμόσφαιρα, εκεί, ήτανε βαριά. Δεν μπορούσε η μάνα να κάνει τίποτα για να πάψουν τα εργοστάσια να βρωμίζουνε τον αέρα. Εκείνο όμως που δεν είχε καταλάβει ήταν η τελευταία κουβέντα του γιατρού:

— Επίσης, προσοχή στον ψυχικό παράγοντα!

Συλλογίστηκε πως αυτό θα ήτανε σίγουρα κάτι πολύ σπουδαίο. Και την έπιασε μεγάλος φόβος. Το είπε στο δημόσιο υπάλληλο, κι αυτός της εξήγησε. Της είπε πως το αγόρι, στην κατάσταση που ήτανε, έπρεπε νάχει γαλήνη.

Κανένας δεν ήξερε τι ακριβώς θα γινότανε. Το μόνο που ήξεραν ήτανε πως το διπλανό σπίτι, ισόγειο κι αυτό, χαμηλό, πουλήθηκε. Και μάλιστα μοσχοπουλήθηκε. Ο νέος ιδιοκτήτης, ένας πολύ πλούσιος, θα το γκρέμιζε. Τι θάφτιαχνε ύστερα; Κανένας δεν ήξερε.

Κανένας δεν ήξερε.

Οι διπλανοί μετακομίσανε άρον – άρον, κι ένα πρωί ήρθανε οι μαστόροι κι αρχίσανε το ξήλωμα.

Ύστερα από το γκρέμισμα του σπιτιού, οι μαστόροι αρχίσανε να χτίζουνε τον τοίχο. [.. ]

Ο τοίχος υψωνότανε, βαρύς, τους επίεζε στο στήθος. Γίνηκε ένα μέτρο, δυο μέτρα, δυόμισι μέτρα, τρία μέτρα… Και υψωνότανε ακόμα! Κάθε βράδυ που σκολάγανε οι μαστόροι, ο τοίχος είχε υψωθεί ακόμα περισσότερο.

Ήτανε μια καινούρια παρουσία τούτος ο τοίχος, που είχε μπει ξαφνικά στη ζωή τους. […]

Οι πιο πολλοί από τους ανθρώπους της αυλής είχανε γίνει αλλιώτικοι.

Όσο για το δημόσιο υπάλληλο, αυτός είχε χάσει τη συνηθισμένη του ηρεμία και δεν μπορούσε να κοιμηθεί τη νύχτα. Ο τοίχος στεκότανε μπροστά του, εφιάλτης. Μα κείνο που τον βασάνιζε πιο πολύ, ήτανε η σκέψη του αγοριού, που όσο υψωνότανε ο τοίχος τόσο κι έπαιρνε το χειρότερο.

— Επίσης, προσοχή στον ψυχικό παράγοντα!

Συλλογιζότανε την κουβέντα του γιατρού και πόσο ανάποδα ήρθανε τα πράγματα. Το αγόρι έβγαινε στην αυλή, όπως πάντα, και ξάπλωνε στη σαίζ – λόνγκ, μα καθότανε όλη ώρα σιωπηλό και σκεφτικό. Όλο και αδυνάτιζε. Το πρόσωπό του είχε γίνει κίτρινο και στα μάτια του ήτανε σκιές. Ο τοίχος το πλάκωνε στο στήθος, εκεί, στον αριστερό πνεύμονα.

Η νύχτα ήταν ατέλειωτη. Δεν του κόλλαγε ύπνος. […]

Ο τοίχος είχε αλλάξει τη ζωή τους. […] Σκέφτηκε τους άλλους, που ο τοίχος τούς είχε επηρεάσει με κάποιον τρόπο. Σκέφτηκε το αγόρι που πήγαινε ολοένα και πιο κοντά στο θάνατο.

— Επίσης, προσοχή στον ψυχικό παράγοντα!

Οι άλλοι, στην αυλή, θα κοιμόντουσαν σίγουρα. Ήταν αργά. Περασμένα μεσάνυχτα.

Οι σκέψεις κυκλοφορούσανε μέσα του, η μια πίσω από την άλλη, με ένταση.

Δεν ήτανε παρά ένας δημόσιος υπάλληλος, ένας γραφεύς Α’ τάξεως. Δεν είχε κάνει ποτέ του κάτι που να ξεφεύγει από το κανονικό, από τη μετριότητα.

Μα τώρα έπρεπε να κάνει κάτι. Όχι για τον εαυτό του. Για τους άλλους, για τους ανθρώπους της αυλής. Για τους ανθρώπους.

Κάπνιζε το ένα τσιγάρο πάνω στ’ άλλο.

Από το παράθυρο ξεχώριζε, μες στη σκοτεινή νύχτα, τον τοίχο, που υψωνότανε βαρύς και τον επίεζε, τον επίεζε. Είχε ένα φριχτό πρόσωπο ο τοίχος.

Άξαφνα ένιωσε πως αυτός ο τοίχος ήταν η ζωή, η ζωή που υψώνεται πάνω στους ανθρώπους και τους πιέζει, τους πιέζει ολοένα. Πετάχτηκε πάνω, άνοιξε το συρτάρι, πήρε το παλιό πιστόλι που είχε, βγήκε στην αυλή, με τη φανέλα, το μακρύ άσπρο σώβρακο και τα παπούτσια, ο τοίχος ήταν εκεί, έβλεπε το φριχτό πρόσωπό του, ο τοίχος, ο τοίχος ήταν εκεί, «Ναι, εγώ τον σκότωσα!» θα ‘λεγε όταν θα πλάκωνε η αστυνομία, ο τοίχος ήταν εκεί, η ζωή ήταν εκεί, η ζωή, ο τοίχος, ο τοίχος, ο τοίχος, ο τοίχος… Άδειασε και τις έξι σφαίρες απάνω του.

(Ζητείται Ελπίς, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σσ. 26-31, Α’ έκδοση: 1954)

Αντώνης Σαμαράκης: «Ζητείται ελπίς» (απεγνωσμένα!)

Ιστορία τέταρτη – Ο τοίχος

ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ

Ήρωας της ιστορίας ένας δημόσιος υπάλληλος. (Στις περισσότερες ιστορίες του, ο συγγραφέας αρέσκεται στο να τοποθετεί ως κεντρικό του χαρακτήρα δημόσιο υπάλληλο, αφού και ο ίδιος είχε υπηρετήσει για πολλά χρόνια στο Υπουργείο Εργασίας.) Ο υπάλληλος αυτός είναι γείτονας με ένα άρρωστο παιδί και τη χήρα μητέρα του, στο οποίο οι γιατροί έχουν συστήσει καθαρό αέρα και ηρεμία, προς φύλαξη της υγείας του και του ψυχικού του κόσμου. Η γειτονιά διαβίωσης είναι βρόμικη και μελαγχολική. Όταν όμως η διπλανή πολυκατοικία γκρεμίζεται, ορθώνεται ένας μεγάλος τοίχος από το νέο ιδιοκτήτη, που σκοπό του έχει να χτίσει ένα πανύψηλο και μεγάλο οικοδόμημα. Το φως λιγοστεύει και μαζί μ’ αυτό και η ελπίδα να γίνει το παιδί καλά. Η όραση περιορίζεται, όπως και οι στιγμές απόδρασης απ΄ την πραγματικότητα. Σε τι μπορεί να βοηθήσει ένας τσιμεντένιος τοίχος; Περιθωριοποίηση λόγω αστικοποίησης, μοναξιά, μελαγχολία και άθλιες συνθήκες διαβίωσης κρατούν τον πρώτο ρόλο ως αφανείς πρωταγωνιστές σε αυτό το μικρό διήγημα του Σαμαράκη, στο οποίο για ακόμη μία φορά φαίνεται η μεγάλη του έγνοια για τα παιδιά, το μέλλον κάθε τόπου.

Το ζητούμενο της διατήρησης της ανθρωπιάς και του ρομαντικού οράματος που έχει τη δύναμη να αλλάξει τον κόσμο πραγματεύεται ο Σαμαράκης όχι μόνο στον πόλεμο αλλά και στην περίπτωση της ειρήνης, στο διήγημά του «Ο τοίχος». Ο τοίχος αντιπροσωπεύει το εμπόδιο όχι απλώς στην ελεύθερη ορατότητα αλλά και στο όραμα που γεννά ο ανθρώπινος νους. Όταν τα όνειρα περιχαρακώνονται και καταπιέζονται, όταν ο άνθρωπος χάνει την ανεμπόδιστη θέα –φυσική και ιδεολογική, όπως συνέβη από τη βιομηχανική επανάσταση και έπειτα που περικυκλώθηκε μέσα στις πόλεις-φρούρια– ο άνθρωπος πνευματικά και ψυχικά νοσεί και τότε κινδυνεύει για άλλη μια φορά να απολέσει όσα στοιχεία συναποτελούν την οντότητά του. Στο διήγημα αυτό διαβλέπει εύκολα κανείς επιρροές από τη λογοτεχνία και τις απόψεις του Ντίκενς.

Ο «τοίχος» είναι ένα θαυμάσιο σύμβολο όσων μας πνίγουν. Και μας καταρρακώνουν την ψυχική και πνευματική υγεία. Θέτει πολύ ενδιαφέροντες προβληματισμούς…

ΔΙΚΤΥΟΓΡΑΦΙΑ

http://http://www.potheg.gr/ProjectDetails.aspx?Id=2715&lan=1

http://www.greek-language.gr/Resources/literature/education/literature_history/search.html?details=73

http://http://kostasleimonis.blogspot.gr/2014/10/blog-post.html

http://http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1385_1490

http://studentsreading.blogspot.gr/2011/05/blog-post.html

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

 α

α.1. «Ήτανε μια μικρή αυλή … Ξενόπλενε κιόλας.»: να διακρίνετε τα βασικά πρόσωπα που αναφέρονται στο απόσπασμα. (10 μονάδες)

α.2. Σε ποιο χώρο ζουν τα πρόσωπα που εντοπίσατε στην ερώτηση α.1.; (10 μονάδες) και πού εργάζονται; (5 μονάδες)

ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΝΑΔΩΝ: 25

β.

β.1. Να περιγράψετε, κάνοντας τις αντίστοιχες αναφορές στο κείμενο, τον χαρακτήρα της κεντρικής ηρωίδας. Να λάβετε υπόψη τον κοινωνικό τύπο που εκπροσωπεί. (15 μονάδες)

β.2. «Το παιδί, από δώδεκα χρονώ, … και το βράδυ πήγαινε σε τεχνική σχολή».: Να παρουσιάσετε τον ήρωα του παραπάνω αποσπάσματος. (10 μονάδες)

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

α.

α1. Τα πρόσωπα του διηγήματος είναι ένας δημόσιος υπάλληλος, γύρω στα 50, εργένης, ένα άρρωστο παιδί και η χήρα μάνα του.

α2. Μια μικρή αυλή, με δωμάτια, σε μια γειτονιά μακριά από το κέντρο της πό­λης, στην υποβαθμισμένη βιομηχανική περιοχή. Γύρω στην αυλή υπήρχαν κι άλλες αυλές και άλλα σπίτια, ισόγεια και χαμηλά. Ο χώρος είναι κλειστός, ασφυκτικός, ανθυγιεινός.

α3. Ο αφηγητής δεν συμμετέχει στα γεγονότα που καταγράφει: «Αυτοί που μέ­νανε … αποχωρητήριο». «Τα πήγανε… ο αριστερός πνεύμονας».

β

β1. Η χήρα μάνα είναι η κλασική ελληνίδα μάνα της μεταπολεμικής περιόδου των φτωχών κοινωνικών στρωμάτων. Μόνη («ο άντρας της είχε σκοτωθεί στον τελευταίο πόλεμο»), φτωχή, ταλαιπωρημένη, δουλεύει και ξενοπλένει για να τα βγάλει πέρα με το άρρωστο παιδί της («βασανίστηκε πολύ για να το αναστήσει», «Δούλευε σ’ ένα υφαντουργείο, ξενόπλενε κιόλας»). Όταν η υγεία του παιδιού της κλονίστηκε, όλη της η προσοχή και η φροντίδα συ­γκεντρώθηκε στο παιδί της («Δούλευε υπερωρίες, ξελιγωνότανε στη δου­λειά, για να του καλυτερέψει το φαΐ»).

β2. Ο ήρωας του αποσπάσματος, το παιδί, είναι πολύ άτυχος, αφού, εκτός από την ορφάνια και τη φτώχεια, αντιμετωπίζει και την αρρώστια του. Ανα­γκάζεται να δουλέψει από 12 χρονών και, παράλληλα, το βράδυ να πηγαί­νει σε Τεχνική Σχολή. Μετά το ατύχημα στο μηχανουργείο, υπομένει στωικά τη μοίρα του.

Πρόσθετες ερωτήσεις

α3. Εντάξτε τα πρόσωπα που αναφέρονται στο κείμενο στον χρόνο της αφήγησης.

β3. Διατυπώστε σε μία ή δύο παραγράφους την άποψή σας για το περιεχόμενο του κειμένου συσχετίζοντάς το με την εποχή μας σήμερα, μετά από 60 χρόνια.

Γαλάτεια Σαράντη, Ματίνα – αδίδ. κείμενο από Τρ. θεμάτων με απαντήσεις

Τάξη: Α΄ Εσπερινού ΓΕΛ

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΣΑΡΑΝΤΗ (1920-2009)

Ματίνα (Απόσπασμα)

Οι κυράδες ήσαν τρεις. Η Μεγάλη ήταν η έξυπνη, η Μεσαία ήταν καλόκαρδη και η Μικρή -σα να είχαν τελειώσει τα υλικά- δεν ήταν τίποτα! Ήσαν μεγάλες δεσποινίδες, μεγαλοκυράδες, πλούσιες, ψηλές, θεόρατες, μα που καμιά τους δεν παντρεύτηκε. Ήσαν κόρες στρατηγού και εγγονές κοτζαμπάσηδων1 της Ρούμελης. Το σπίτι τους -σωστό κάστρο- ήταν το μεγαλύτερο στην ορεινή μικρή πολιτεία τη σκαρφαλωμένη στα ριζά της Γκιώνας. Κτισμένο πριν το Εικοσιένα από τους πολέμαρχους προγόνους, αρχοντικό ξακουσμένο έριχνε, σαν χάδι, τον μενεξελή2 του ίσκιο, κάθε δειλινό, στην κεντρική πλατεία της χώρας ίσαμε το άγαλμα του πρώτου του Κύρη, που ήταν στημένος εκεί απέναντί του και το καμάρωνε. Όσο ζούσε η μητέρα τους, οι τρεις τους συζητάγανε για τα φορέματα και για τους γαμπρούς κι αν έπρεπε κανείς να πάρει  απόφαση και να πει το “Ναι”. Σιγά και ανεπαίσθητα πέρασαν τα χρόνια και τώρα συζητούσαν πια μονάχα για τα φαγητά. Αν το κρέας θα γινότανε ψητό ή της κατσαρόλας, κι αν τα ψάρια ήσαν φρέσκα. Τέτοια.

Όταν την πρωτοφέραν στο σπίτι τους να δουλέψει, είχε δεν είχε τα χρόνια της Μικρής. Μόνον που αυτηνής τα μάγουλα ήσαν κόκκινα – κόκκινα σα να στάζαν αίμα, και της Μικρής από γεννησιμιού της ήσαν χλωμά και μαραμένα. Ήσαν και άδροσα και ζαρωμένα. Η Μεγάλη προσπάθησε να της μάθει γράμματα. Δεν το κατάφερε. Προσπάθησε ευσυνείδητα, με το καλό και με το άγριο. Μα αυτή δεν τα έπαιρνε· το μυαλό της ήταν βαρύ και όλα τής φαίνονταν βουνό. Τέλος βαρέθηκε η Μεγάλη. Ξύλο απελέκητο θα μείνεις, της είπε, χαμένη θα πας δίχως γράμματα, και την παράτησε…Η Μεσαία την παρηγορούσε. Είχε γλυκά ξέθωρα μάτια αυτή, έκανε προσευχές, ώρες γονατιστή, την έπαιρνε μαζί της στην εκκλησιά, της μιλούσε όλο για την Παναγία και για τη Σταύρωση του Χριστού. Όλα γίνονταν τρυφερά κοντά της. Τρυφερά και αφάνταστα λυπητερά. Τότε την έπιανε μεγαλύτερη νοσταλγία για το χωριό της. Ήθελε σε κάποιον να μιλήσει, σε κάποιον να τα πει. Στην Απάνω Βρύση το νερό είναι παγωμένο, δέκα φορές πιο παγωμένο από το ψυγείο σας, Κυράδες… Στην Απάνω Βρύση βάζεις το χέρι σου στην πηγή και ξεραίνεται… Σουτ! τη μάλωνε η Μεσαία, είμαστε στην εκκλησία, δεν μιλάνε στην εκκλησία!

Δεν μιλάνε στην εκκλησία βέβαια, μα τώρα της θυμήθηκε αυτηνής η Απάνω Βρύση… Ώσπου συνήθισε κι έκανε μόνον ό,τι έπρεπε να κάνει. Δε μίλαγε στη λειτουργία, έκανε το σταυρό της όπου έπρεπε, είχε έγνοια τις γιορτές, το καντήλι, το λιβάνισμα. Και η Μεσαία ευχαριστιόταν. Η Μικρή, το είπαμε, δεν ήταν τίποτα. Όμορφη δεν ήταν, καλή δεν ήταν, έξυπνη δεν ήταν. Πήγαινε στην κουζίνα πότε-πότε, καθόταν τάχα για να βοηθήσει, σκούπιζε τα πιάτα, κι όλο πονηρές και άπρεπες κουβέντες της έπιανε. Για το γιατρό, πως τάχα πήγε να τη φιλήσει.[…] Και ο κουμπάρος τους ο Κίτσος είπε τάχα: Αχ και να μη σε γνωρίζω πριν να παντρευτώ… Και ο έμπορος με το μουστάκι και τα σγουρά μαλλιά, την κοίταζε με νόημα… Δεσποσύνη, δεσποσύνη σας αγαπώ!.

–  Σας είπε έτσι; ρώταγε μαγεμένη.

–   Είσαι βλάκας, τίποτα δεν καταλαβαίνεις. Μου το είπε με τα μάτια. Πώς να μου το πει αλλιώς, αφού δεν έχω σειρά. Δεν καταλαβαίνεις, βλάκα, πρέπει να παντρευτούν οι άλλες δύο πρώτα. Δεν έχω σειρά!

Οι άλλες δύο όλο ανάβαλλαν, όλο βρίσκαν πως δεν ήταν της σειράς τους οι γαμπροί, όλο και τρόμαζαν με την απόφαση. Προξενήτρες πηγαινοέρχονταν στο σπίτι, λέγαν λέγαν τα καλά κάθε γαμπρού, το έχει του την καρδιά του. Οι άλλες δύο το συζητάγανε. Όλο κάτι έλειπε για να πουν το “Ναι”. Κι όταν δεν έλειπε πια τίποτα, ήταν ο φόβος που έμπαινε στη μέση, κι εμποδιζόταν η απόφαση.

Πώς περνάν τα χρόνια! Αν είχε δεχτεί τότε η Μεγάλη το λοχαγό τώρα θα ήταν κυρία στρατηγού… Καλά έκαμε και δεν είπε το ναι στο γιο του εργοστασιάρχη. Νάτος τώρα, όλα τα έχασε και πένεται. Μα και ο άλλος που τον φοβήθηκαν, έγινε Δήμαρχος… Κι ο άλλος ο όμορφος, ο γλεντζές πέθανε σάπιος και κακογερασμένος…

Ανθολογία Ελληνικού διηγήματος 1900-1963, Έκδ. Γ.Κουρή, Αθήνα, 1963

1Οι κοτζαμπάσηδες ήταν τοπικοί άρχοντες την εποχή της τουρκοκρατίας.

2 που έχει μοβ χρώμα.       3 Είναι φτωχός.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α

α1. Να αναφέρετε τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας και τις μεταξύ τους σχέσεις. (15 μονάδες)

α2 «Στην Απάνω Βρύση το νερό είναι παγωμένο, δέκα φορές πιο παγωμένο από το ψυγείο σας, Κυράδες…»: Να βρείτε το πρόσωπο που εκφέρει αυτή την άποψη. (6 μονάδες)

α3. Να εντοπίσετε την αλλαγή του χρόνου της αφήγησης στην τελευταία παράγραφο του αποσπάσματος. (4 μονάδες)

ΣΥΝΟΛΟ: 25 ΜΟΝΑΔΕΣ

β

β1.Να περιγράψετε το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί στην πρώτη και τη δεύτερη παράγραφο του αποσπάσματος. (10 μονάδες)

β2. Οι άλλες δύο όλο ανάβαλλαν…, κι εμποδιζόταν η απόφαση. Να σχολιάσετε το απόσπασμα εντάσσοντάς το στα αντίστοιχα κοινωνικά στερεότυπα. (15 μονάδες)

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

α.

α1. Το γραμματικό πρόσωπο που κυριαρχεί στην αφήγηση είναι το α’ ενικό και το α’ πληθυντικό («ήρθα στη Γερμανία», «Πολύ φτωχός κόσμος ήμασταν εκεί στο χωριό», «εγώ γεννήθηκα στα 1940», «είχαμε και μια θεία…», «Γύ­ρισα πίσω και γω, να δούμε τι θα απογίνουμε», «Σηκώθηκα και πήγα πάλι στο Βόλο», «Άμα μάζευα καμιά δεκάρα»).

α2. Ο σκοπός του αφηγητή είναι να μιλήσει για το ρωμαίικο, όπως του ζήτησε ο συγγραφέας («και, λοιπόν, πίσω τώρα στο ρωμαίικο – αυτά που ζητάς»). Αποδέκτης της αφήγησης είναι ο συγγραφέας («Γρήγορα γρήγορα θα πω τ ’ απαραίτητα για την ιστορία που θέλεις να γράψεις»),

α3. Ο αφηγητής στο παρόν βρίσκεται στη Γερμανία, στο παρελθόν βρισκόταν στην Ελλάδα («ο Σταύρος, λοιπόν, τα κανόνισε κι ήρθα στη Γερμανία – νά- ναι καλά… στενοχωριέται πολύ στην Ελλάδα που γύρισε».

β

β1. Η οικογένεια του αφηγητή είναι μια φτωχή οικογένεια που ζει σ’ ένα χωριό, κοντά στο Βόλο. Ο πατέρας έχει ένα μικρό ραφτάδικο, που από την αφή­γηση φαίνεται ότι δεν είχε καθόλου δουλειά, η μητέρα προσπαθεί να τα κα­ταφέρει από το τίποτε στο σπίτι, με το μπάλωμα και το μαγείρεμα και τα δυο παιδιά. Ο αφηγητής και η μικρή αδελφή του η Αναστασία, ορφάνεψαν σε μικρή ηλικία από μητέρα και αγωνίζονται να επιβιώσουν. Ο αφηγητής, μετά από πολλές δουλειές του ποδαριού, πιάνει δουλειά σ’ ένα ξυλάδικο και η μικρή Αναστασία προσπαθεί να τα βολέψει στο σπίτι.

β2. Ο αφηγητής εξαίρει τις αρετές της Ελληνίδας μάνας, που είναι η υπομονή, η εγκαρτέρηση, η κατανόηση, η φροντίδα για την οικογένεια, μέσα από στε­ρήσεις, η ικανότητα να «σκεπάζει τη φτώχεια», όπως χαρακτηριστικά ανα­φέρει.

Ο αφηγητής θεωρεί όλα αυτά τέχνη για τη γυναίκα, τέτοια τέχνη που δε βρέθηκε ακόμα για τους άντρες. αποφασίζουν να προχωρήσουν σε γάμο από υπεροψία (δεν ήταν της σει­ράς τους οι γαμπροί), ανασφάλεια και φόβο για τη μεταβολή της ζωής τους.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα – Αδίδ. κείμ. από Τρ. θεμάτων με απαντήσεις

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία – Τάξη: Α’ Εσπερινού Γενικού Λυκείου – Ενότητα: «Τα φύλα στη Λογοτεχνία»

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ (1912-1977)

Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα (απόσπασμα)

[…]

Άδικα περίμεναν στου μπάρμπα-Ανέστη το σπίτι όλη τη μέρα να γυρίσει το παιδί. Η Θεια-Αρετή τάιζε τη φωτιά και κάθε λίγο έβγαινε απ’ το παράθυρο. «Τι να γίνηκε αυτό το βλοημένο;» έλεγε κάθε τόσο. Στο τέλος σαν εσήμανε μεσημέρι και το παιδί δεν εφάνηκε, έβαλε το φαΐ στο καμαράκι, το σκέπασε με μια πετσέτα και περίμενε. Σε λίγο σκοτείνιασε, ανάψανε στα μαγαζιά τα φώτα. Τίποτα το παιδί.

Η πρώτη κουβέντα του μπάρμπα-Ανέστη, μόλις γύρισε απ’ όξω, ήταν για το Μέλιο.

-Πώς τα πήγε το παιδί, Αρετή;

-Πώς να τα πάει… απάντησε κείνη μουδιασμένη, μην πα’ και το είδα;

-Τι;

-Άφαντο, απ’ το πρωί.

-Μη χειρότερα! Και δεν έβγαινες να ρωτήσεις;

-Πού να πάω; Ένα παιδί που περνούσε μου είπε ότι το σκολειό ήταν κλειστό. Έλεγα πως απ’ ώρα σ’ ώρα θα φανεί.

Ο Ανέστης στάθηκε συλλογισμένος.

-Μην τύχει και το παραπόνεσες, ρε γριά; Σε ξέρω… τα κάνεις κάτι τέτοια.

-Χριστός και Παναγιά! Γιατί να το κακοκαρδίσω; Έφυγε σαν το πουλί. Και τώρα πάει…

Ο μπάρμπα-Ανέστης έμπασε τ’ άλογα μέσα. Βουτηγμένος στη συλλογή ήταν. Άκεφα άκεφα τα πάχνισε και τους πέρασε στο κεφάλι την ταή1. Ούτε να τα ξυστρίσει ούτε να τα παινέψει. Πού άλλες βραδιές! Έπαιζε μαζί τους σαν να ήταν μωρά. Τώρα έβγαλε βαρετά τα ποδοπάνια του κι ανέβηκε, φυσώντας, στο σπίτι. Άναβε και ξανάναβε τσιγάρα, κι όλο κουνούσε το κεφάλι κι έκανε «τσ… τσ… τσ…». Κρύο του φαινόταν το σπίτι κι είπε στην Αρετή ν’ ανάψει φωτιά. Ούτε και τη ρώτησε, όπως κάθε βράδυ, «τι θα φάμε απόψε»; Ήταν σαν να σηκώθηκε από χίλια τραπέζια.

Θυμήθηκε πως κάποτε, που ήταν μικρός, μπήκε μια μέρα στο σπίτι τους ένα πουλάκι και πήγε και κάθισε στο ράφι του τζακιού. Ήταν και τότε ο ίδιος καιρός, έτσι, πάνω στα δροσίσματα. Στεκόταν το πουλί στο ραφάκι του και τους κοιτούσε. Πήγαινε φιρί φιρί να πιάσει μαζί τους φιλίες. Το μεσημέρι κατέβηκε στο πάτωμα και τσιμπούσε τα ψίχουλα. Ημέρεψε. Ως το βράδυ είχε πιάσει γνωριμία με όλους. Μα πιο πολύ το πόνεσε ο Ανέστης. Έπαιζε μαζί του, του ’κανε παιχνίδια, κι ως το βράδυ ήταν αχώριστοι. Μα, σαν ξύπνησε το πρωί κι έτρεξε στο ράφι του, να του δώσει ζάχαρη και να του πει «καλημέρα», το πουλάκι είχε φύγει.

Είχε δει έξω τη μέρα ηλιόλουστη και πέταξε να τη χαρεί. Κι ούτε ξαναφάνηκε πια στο σπίτι.

Τι απελπισία ένιωσε το παιδί… Δυο ολόκληρες μέρες ούτε μιλούσε, ούτε γελούσε. Δέθηκε η γλώσσα του, κι η όρεξη του έκλεισε ολότελα. Μια ολόκληρη βδομάδα ήταν έτσι φαρμακωμένος.

Να… μια τέτοια λύπη είχε κι απόψε. Το ίδιο ράγισμα ένιωθε στην καρδιά. Και θυμήθηκε, ύστερα από τόσα χρόνια, το πουλάκι… Έτσι κι αυτό είχε μπει στο σπίτι, κοιμήθηκε μια βραδιά και το πρωί πέταξε. Η Αρετή πάσκιζε να τον καλοπιάσει. Του ’λεγε ότι δεν ήταν και σίγουρο πως έφυγε. Μπορεί και να ξέχασε το σπίτι και να ψάχνει μες στη νύχτα να το βρει, και να μην το βρίσκει.

-Πού θα κουρνιάσει, Αρετή; έλεγε κάθε τόσο. Πού θα γείρει το άμοιρο; Θαρρείς κι είναι πολλοί οι Ανέστηδες, να το περιμαζώξουνε; Θα ξεπαγιάσει σε κάνα κατώφλι, και το πρωί θα το βρούνε ξυλιασμένο.

-Μπορεί να τρύπωσε σε κάνα αχούρι, να ζούφωσε μες στ’ άχερα. Και το πρωί να πάρει το δρόμο και να ’ρτει, πού ξέρεις..

Όσα και να μου πεις, δε με παρηγοράς. Ήτανε φιλότιμο παιδί και θα ντράπηκε να μας βαρύνει, έτσι θα θάρρεψε.

Μένανε κι οι δυο τους κοντά στη φωτιά και κουβέντιαζαν ως τα μεσάνυχτα. Όλο γύρω απ’ το ίδιο ζήτημα. Κάνανε για μια στιγμή να ξεσκαλώσουνε, να το ρίξουνε αλλού. Μα ξανά πάλι το παιδί. –

[…]

(Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, 1956-7)

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α

α.1. Να εντοπίσετε τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην αφήγηση. (10 μονάδες)

α.2. Στο κείμενο χρησιμοποιείται η τεχνική του εγκιβωτισμού (μια δεύτερη ιστορία αναπτύσσεται και ολοκληρώνεται μέσα στην κύρια αφήγηση). Να αποδείξετε την ύπαρξη της τεχνικής αυτής παραπέμποντας στο αντίστοιχο χωρίο του κειμένου. (10 μονάδες) Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η σχέση της εγκιβωτισμένης με την κύρια αφήγηση; (5 μονάδες)

ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΝΑΔΩΝ: 25

β

β.1. Να περιγράψετε τη συναισθηματική κατάσταση του ήρωα της αφήγησης και να δείξετε την αιτία που την προκαλεί. Να στηρίξετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο. (15 μονάδες)

β.2. Να διακρίνετε σε ποιο κοινωνικό στερεότυπο ανταποκρίνεται ο χαρακτήρας της γυναίκας. (10 μονάδες)

ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΝΑΔΩΝ: 25

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

α.1. Τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην αφήγηση είναι ο Μπάρμπα – Ανέστης, η θεία Αρετή και ο Μέλιος.

  1. Εγκιβωτισμός λέγεται η παρεμβολή μιας αφήγησης στο εσωτερικό άλλης, ευρύτερης. Διακόπτεται, δηλαδή, μια αφήγηση, παρεμβάλλεται μια άλλη και, μετά την ολοκλήρωσή της, συνεχίζεται αυτή που είχε διακοπεί.

Στο κείμενό μας η κύρια αφήγηση διακόπτεται στο σημείο που ο αφηγητής παρεμβάλλει την ιστορία με το πουλί, που βίωσε ως παιδί ο μπάρμπα – Ανέστης. «Θυμήθηκε πως κάποτε, που ήταν μικρός… Μια ολόκληρη βδομάδα ήταν έτσι φαρμακωμένος».

Ο αφηγητής χρησιμοποίησε πολύ πετυχημένα την εγκιβωτισμένη αυτή αφήγηση, παραλληλίζοντας το πουλί με το παιδί, για να δείξει τον πόνο του μπάρμπα Ανέστη για την απώλεια και τον ευαίσθητο χαρακτήρα του.

β.

  1. Ο ήρωας της αφήγησης, ο μπάρμπα – Ανέστης, όταν δε βρήκε το Μέλιο στο σπίτι, άρχισε να ανησυχεί και να ρωτάει επίμονα τη θεία – Αρετή για το πού πήγε και γιατί δεν τον αναζήτησε («Τι;», «Μη χειρότερα! Και δεν έβγαινες να ρωτήσεις;»). Στη συνέχεια έχασε τη διάθεσή του, έκανε τις συνηθισμένες δουλειές μηχανικά, βαρετά («Άκεφα άκεφα …. Πού άλλες βραδιές!»), ήταν αγχώδης και νευρικός («άναβε και ξανάναβε τσιγάρα, κι όλο κουνούσε το κεφάλι κι έκανε τσ… τσ … τσ…»). Έχασε την όρεξή του για φαΐ («Ούτε και τη ρώτησε…»), ήταν λυπημένος και απαρηγόρητος («Ναι… μια τέτοια λύπη είχε κι απόψε», «Όσα και να μου πεις, δεν με παρηγοράς»).
  2. Η θεία – Αρετή είναι η νοικοκυρά του σπιτιού, με υπακοή και σεβασμό στον άντρα του σπιτιού, πάντα πρόθυμη να τον υπηρετήσει και να τον στηρίξει. Τον κατανοεί και τον αφήνει να ηρεμήσει και να αποδεχθεί την κατάσταση. Είναι λιγομίλητη.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ, Το ξυλάδικο του Βόλου – αδίδακτο κείμενο από Τρ. Θεμάτων με απαντήσεις

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία – Τάξη: Α’ Εσπερινού ΓΕΛ – Ενότητα: «Τα φύλα στη Λογοτεχνία»

ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ (1913-1981)

Το ξυλάδικο του Βόλου (απόσπασμα)

Ο Σταύρος, λοιπόν, τα κανόνισε κι ήρθα στη Γερμανία -να ‘ναι καλά και του το χρωστάω. Μιαν άλλη φορά σου λέω γι’ αυτόν -δεν είχε καλό τέλος, μαθαίνω, στενοχωριέται πολύ στην Ελλάδα που γύρισε.

Και, λοιπόν, πίσω τώρα στο ρωμαίικο -αυτά που ζητάς.

Πολύ φτωχός κόσμος ήμασταν εμείς εκεί, στο χωριό μας τη Σούρπη -είναι λίγο πιο κάτω απ’ το Βόλο αυτό το χωριό. Ο πατέρας μας είχε ένα ψευτοραφτάδικο εκεί -από τότε που τον θυμάμαι δεν έραβε τίποτα. Τη μάνα μας περισσότερο τη θυμάμαι σκυμμένη σε κείνο τ’ ατέλειωτο μπάλωμα παρά στο μαγείρεμα -και λέω, λοιπόν, πως αυτή πρέπει να ‘ραψε στη ζωή της περισσότερο απ’ τον πατέρα μας που ‘χε τάχα ραφτάδικο.

Εγώ γεννήθηκα στα 1940, η Αναστασία μας δυο χρόνια αργότερα. Από τον πόλεμο και την κατοχή δεν ξέρω βέβαια τίποτα. Και για τ’ άλλα, τα τοτινά, τα κατοπινά, δεν το ‘χω σκοπό να πω και πολλά. Γρήγορα-γρήγορα θα πω τ’ απαραίτητα για την ιστορία που θέλεις να γράψεις. Η μάνα μας πέθανε όταν είμουνα δεκαπέντε χρονών. Τελείωσα το δημοτικό, είπανε να με στείλουν και στο γυμνάσιο, στο Βόλο. Είχαμε κει μια θειά του πατέρα μας, θρήσκα και πλούσια, πλούσια και θρήσκα -αυτή μ’ είχε πάρει. Ήθελε, έλεγε, να με κάνει διάκο -για να ξεπληρωθούν αμαρτίες- εγώ δεν είχα κάνει καμία -δεν ήξερα γιατί το ‘λεγε. Με το θάνατο της μάνας, τέλος και το γυμνάσιο και τέλος τα παπαδίστικα τα δικά της. Γύρισα πίσω και γω, να δούμε τι θ’ απογίνουμε. Το ραφτάδικο δεν έκανε τίποτα, χτήματα δεν είχαμε, έπρεπε πια να βοηθήσω και γω για να ζήσουμε.

Στο σπίτι που γύρισα, τότε φάνηκε τι φτώχεια μάς έδερνε. Η μάνα μας τα κατάφερνε και τη σκέπαζε. Είναι μια τέχνη κι αυτό, παλιά και την ξέραν οι γυναίκες στην Ελλάδα, κάτι σαν ελευσίνια μυστήρια δικά τους, τη μαθαίναν η μία στην άλλη, η μια από την άλλη. Στα δεκατρία της χρόνια η Αναστασία μας δεν μπορούσε να την ξέρει ακόμα. Ερχόντανε βράδια και δεν είχε τίποτα να μας δώσει -κρυβότανε στ’ άλλο δωμάτιο κ’ έκλαιγε. Ο πατέρας μας πρέπει να ντρεπότανε πάρα πολύ -γι’ αυτό δεν ξέρω να βρέθηκε καμιά τέχνη ως τα τώρα -θέλω να πω για τους πατεράδες.

Σηκώθηκα τότε και πήγα πάλι στο Βόλο. Τη μέρα βολόδερνα1, το βράδι πήγαινα και κοιμόμουνα σε κείνη τη θειά μου. Έκανα κάθε λογής μικροπράματα που μου τύχαιναν, το περισσότερο χαμαλίκια, θελήματα, φορτώματα, ξεφορτώματα, δούλευα και σε γιαπιά, χωρίς πουθενά να βρω μια δουλειά να ριζώσω.

Άμα μάζευα καμιά δεκάρα, σηκωνόμουνα και τους την πήγαινα στο χωριό. Φοβόμουνα πως πεινούσαν. Ο πατέρας τότε τ’ άρχισε κάθε φορά που μ’ έβλεπε σπίτι:

– Λίγο ακόμα να μεγαλώσεις και φύγε. Να σωθείς εσύ. Θέλεις μας βοηθάς και μας, θέλεις μας αφήνεις -να φύγεις. Δεν είναι τόπος αυτός… Το ‘λεγε και ξανάπεφτε σε κείνη τη σιωπή του, αδιάφορος για κάθε τι που γινότανε γύρω του. Ακόμα και για τη φτώχεια μας.

Η Αναστασία μεγάλωνε κ’ είχε απομείνει με τις δυο σφιχτοδεμένες της κοτσιδούλες μπροστά -δεν τις έκοβε. Μικρή, λιγνή, πολύ λίγη -σαν να μην έπιανε κανέναν τόπο. Δεν παραπονιότανε ποτέ, δεν έκλαιγε πια -εγώ σκεφτόμουν, να την αυτή που την παραδέχτηκε φρόνιμα-φρόνιμα τη μοίρα της φτώχειας. Και σκεφτόμουν ακόμα πως είχε αρχίσει να τη μαθαίνει την τέχνη της μάνας της, ταχτική, σωστή σ’ όλα τα μικρά, τα πραχτικά, να τα συμμαζεύει, να τα βολεύει. Μόνο σαν άνοιγε εκείνα τα μάτια της- μεγαλύτερα μάτια δεν ξέρω να ‘ναι στον κόσμο -φοβόμουνα λίγο– μου φαινόταν σαν αλλοπαρμένη.

Ύστερα, κάποτε, της τύχης ολότελα, βρήκα δουλειά στο ξυλάδικο. […]

(Το διπλό βιβλίο, Καστανιώτης, Αθήνα, 1977)

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α

α1. Να αναφέρετε το γραμματικό πρόσωπο το οποίο κυριαρχεί στην αφήγηση. (5 μονάδες)

α2. Να αναφέρετε ποιος είναι κατά τον αφηγητή ο σκοπός και ποιος ο αποδέκτης της αφήγησης. Να απαντήσετε με αναφορές στο κείμενο. (10 μονάδες)

α3. Να προσδιορίσετε πού βρίσκεται ο αφηγητής στο παρόν (5 μονάδες) και πού βρισκόταν στο παρελθόν (5 μονάδες) της αφήγησης.

ΣΥΝΟΛΟ: 25 ΜΟΝΑΔΕΣ

β

β1. Να περιγράψετε την καθημερινή ζωή των προσώπων που αποτελούν την οικογένεια του αφηγητή. (10 μονάδες)

β2. Στο σπίτι που γύριζα…θέλω να πω για τους πατεράδες: Να σχολιάσετε το απόσπασμα και να επισημάνετε τα κοινωνικά στερεότυπα για το ρόλο της ελληνίδας μητέρας την εποχή στην οποία αναφέρεται το κείμενο. (15 μονάδες)

ΣΥΝΟΛΟ: 25 ΜΟΝΑΔΕΣ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
α΄

α1. Το γραμματικό πρόσωπο που κυριαρχεί στην αφήγηση είναι το α’ ενικό και το α’ πληθυντικό («ήρθα στη Γερμανία», «Πολύ φτωχός κόσμος ήμασταν εκεί στο χωριό», «εγώ γεννήθηκα στα 1940», «είχαμε και μια θεία…», «Γύ­ρισα πίσω και γω, να δούμε τι θα απογίνουμε», «Σηκώθηκα και πήγα πάλι στο Βόλο», «Άμα μάζευα καμιά δεκάρα»).

α2. Ο σκοπός του αφηγητή είναι να μιλήσει για το ρωμαίικο, όπως του ζήτησε ο συγγραφέας («και, λοιπόν, πίσω τώρα στο ρωμαίικο – αυτά που ζητάς»). Αποδέκτης της αφήγησης είναι ο συγγραφέας («Γρήγορα γρήγορα θα πω τ’απαραίτητα για την ιστορία που θέλεις να γράψεις»),

α3. Ο αφηγητής στο παρόν βρίσκεται στη Γερμανία, στο παρελθόν βρισκόταν στην Ελλάδα («ο Σταύρος, λοιπόν, τα κανόνισε κι ήρθα στη Γερμανία – νά- ναι καλά… στενοχωριέται πολύ στην Ελλάδα που γύρισε».

β΄

β1. Η οικογένεια του αφηγητή είναι μια φτωχή οικογένεια που ζει σ’ ένα χωριό, κοντά στο Βόλο. Ο πατέρας έχει ένα μικρό ραφτάδικο, που από την αφή­γηση φαίνεται ότι δεν είχε καθόλου δουλειά, η μητέρα προσπαθεί να τα κα­ταφέρει από το τίποτε στο σπίτι, με το μπάλωμα και το μαγείρεμα και τα δυο παιδιά. Ο αφηγητής και η μικρή αδελφή του, η Αναστασία, ορφάνεψαν σε μικρή ηλικία από μητέρα και αγωνίζονται να επιβιώσουν. Ο αφηγητής, μετά από πολλές δουλειές του ποδαριού, πιάνει δουλειά σ’ ένα ξυλάδικο και η μικρή Αναστασία προσπαθεί να τα βολέψει στο σπίτι.

β2. Ο αφηγητής εξαίρει τις αρετές της Ελληνίδας μάνας, που είναι η υπομονή, η εγκαρτέρηση, η κατανόηση, η φροντίδα για την οικογένεια, μέσα από στε­ρήσεις, η ικανότητα να «σκεπάζει τη φτώχεια», όπως χαρακτηριστικά ανα­φέρει. Ο αφηγητής θεωρεί όλα αυτά τέχνη για τη γυναίκα, τέτοια τέχνη που δε βρέθηκε ακόμα για τους άντρες.

Ενότητα 18η: Από την άφιξη του Όθωνα (1833) έως την 3η Σεπτεμβρίου 1843

Η περίοδος της αντιβασιλείας, που κράτησε μέχρι το 1835, ήταν σκληρή και προκάλεσε εξεγέρσεις. Η βασιλεία του Όθωνα περιελάμβανε την εγκατάσταση μιας ευρείας ποικιλίας Δυτικών θεσμών, πολλοί εκ των οποίων ήταν αταίριαστοι στην ελληνική κοινωνία και στην πολιτική παράδοση.

Ασκήσεις.

1. Να χαρακτηριστούν οι ακόλουθες προτάσεις ως σωστές ή λανθασμένες:

  1. Μετά τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια ο Κολοκοτρώνης ανέλαβε την ηγεσία της χώρα.
  2. Τους Βαυαρούς οι Έλληνες τους αγάπησαν ιδιαίτερα.
  3. Η πολιτική της αντιβασιλείας στη διοίκηση ήταν να προωθήσουν την τοπική αυτοδιοίκηση.
  4. Ο στρατός βασίστηκε στους 3.500 Βαυαρούς που ήρθαν με τον Όθωνα.
  5. Το Α΄ Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1840.
  6. Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 στόχο είχε να εκδιώξει τον Όθωνα από την Ελλάδα.
  7. Πρωταγωνιστές της επανάστασης ήταν ο Ανδρέας Μιαούλης και ο Ιωάννης Κωλέττης.
  1. Ερώτηση αντιστοίχισης
     Α.

1.     Περίοδος της Αντιβασιλείας

2.     Περίοδος της απόλυτης μοναρχίας

3.      Μεταφορά πρωτεύουσας στην Αθήνα

4.     Δημήτριος Καλλέργης

  Β.

α. εκ των πρωταγωνιστών της επανάστασης

β. 1833-1835

γ. 1835-1843

δ. 1834

  1. Εργασίες
  2. Ποια η σημασία της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 για την Ελλάδα;
  3. Σχηματίστε τη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος που διαμόρφωσε ο Ι. Καποδίστριας και τη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος της Αντιβασιλείας. Τι παρατηρείτε, αν τα συγκρίνετε;

Αξίζει να δει κανείς την ταινία «Η δίκη των δικαστών», που αναφέρεται στη δίκη των δύο (εκ των 5) δικαστών (Τερτσέτη και Πολυζωίδη) που δεν καταδίκασαν σε θάνατο τον Θ. Κολοκοτρώνη, επειδή έγραψε επιστολή στον Υπ. Εξωτερικών της Ρωσίας Νέσσελροντ ζητώντας τη μεσολάβηση της Ρωσίας για απομάκρυνση των αντιβασιλέων και ακολούθως την απευθείας ανάθεση της βασιλείας  στον ίδιο τον Όθωνα, πριν αυτός συμπληρώσει το 20ό έτος της ηλικίας του (ενηλικιωθεί). Σχετικό και πολύ διαφωτιστικό είναι και το μικρό αφιέρωμα από την ΕΤ1 στην ίδια περίοδο.