Τάσου Λειβαδίτη «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος» – Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου*

*Η κυρία Γιόλα Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου είναι επ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και ποιήτρια

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.

Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές

το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.

Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων

κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.

Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.

Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια

αφίνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες

μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα

αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου

έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς

εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ’ τις οβίδες.

Δεν έχεις καιρό

δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου

αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

μπορεί να χρειαστεί ν’ αφίσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη

ή το παιδί σου.

Δε θα διστάσεις.

Θ’ απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου

θ’ απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι

για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.

Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.

Το ξέρω, είναι όμορφο ν’ ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδι,

να κοιτάς έν’ άστρο, να ονειρεύεσαι

είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ’ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου

να την ακούς να σου λέει τα όνειρά της για το μέλλον.

Μα εσύ πρέπει να τ’ αποχαιρετήσεις όλ’ αυτά και να ξεκινήσεις

γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του

κόσμου, για όλα τ’ άστρα, για όλες τις λάμπες και

για όλα τα όνειρα

αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή

και περισσότερα χρόνια

μα εσύ και μές στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,

τη μάνα σου και τον κόσμο.

Εσύ και μές απ’ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου

θα συνεχίζεις τον δρόμο σου πάνω στη γη.

Κι όταν μές στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα

θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο

απ’ τ’ άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.

Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά σου

δε θα γερνάς.

Εσύ και μές στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος

αφού όλο και νέοι αγώνες θ’ αρχίζουνε στον κόσμο

αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.

Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό

γράμμα στη μάνα σου

θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ’ αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη: Ειρήνη

σα να ’γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.

Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό

να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια

σα να στεκόσουνα μπροστά σ’ ολάκαιρο το μέλλον.

Να μπορείς, απάνω απ’ την ομοβροντία που σε σκοτώνει

εσύ ν’ ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που

τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Πρόκειται για ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη· για μια σύνθεση η οποία, πέρα και πάνω από την απαράμιλλη ποιητική δεινότητα, υπογραμμίζει το ηθικό ανάστημα και το ψυχικό μεγαλείο του κορυφαίου μας ποιητή.

Η φράση – τίτλος του ποιήματος – Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος επαναλαμβάνεται ως επωδός, και αποτελεί τον πρώτο και τον τελευταίο στίχο της κάθε στροφής, τη στερεή βάση πάνω στην οποία «χτίζεται» το εκπληκτικό νοηματικό «οικοδόμημα» της σύνθεσης.

Ήδη από την πρώτη στροφή, εμφανίζεται ο βασικός θεματικός πυρήνας του ποιήματος: ο αδιάκοπος αγώνας του ανθρώπου για την ειρήνη και για το δίκιο (Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος / δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και / για το δίκιο…).

Ο ποιητής συνιστά συνεχή επαγρύπνηση (Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή), και στη συνέχεια υποστηρίζει πως η νοσταλγία των παιδικών χρόνων, ο ρεμβασμός του ηλιοβασιλέματος και οι ονειροπολήσεις δεν είναι μόνον περιττά αλλά και επιζήμια στοιχεία· γι’ αυτό και αποφαίνεται: Δεν έχεις καιρό / δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου / αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Αξιοσημείωτη, στο σημείο αυτό, είναι η επανάληψη της φράσης Δεν έχεις καιρό.

Αναμφισβήτητα, το νοηματικό βάρος του ποιήματος εντοπίζεται στην επόμενη στροφή, όπου ο Τάσος Λειβαδίτης εξαίρει το νόημα της θυσίας που απαιτείται, όταν μπορεί να χρειαστεί ν’ αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη / ή το παιδί σου. Και βέβαια ο ποιητής συνιστά στον αγωνιστή την αποφυγή δισταγμού, δειλίας και φόβου (Δε θα διστάσεις… Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς).

Αμέσως μετά, ο Τάσος Λειβαδίτης, βαθιά συναισθηματικός και υπέρμετρα λυρικός, ομολογεί: Το ξέρω, είναι όμορφο ν’ ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδι, / να κοιτάς έν’ άστρο, να ονειρεύεσαι / είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ’ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου / να την ακούς να σου λέει τα όνειρά της για το μέλλον. Η χρήση της φράσης Το ξέρω, είναι όμορφο δηλώνει αναμφίβολα πως και ο ίδιος ο ποιητής έχει βιώσει την ομορφιά που βιώνει κάποιος, ακούγοντας μια φυσαρμόνικα κάποιο βράδι, κοιτάζοντας ένα άστρο, κάνοντας όνειρα, σκύβοντας πάνω απ’ τα κόκκινα χείλη της αγαπημένης του, κι ακούγοντάς την να του μιλά για τα όνειρά της… Όμως, όπως κι ο ίδιος ο Λειβαδίτης, έτσι κι όλοι «όσοι θέλουν να λέγονται άνθρωποι» πρέπει να τα αποχαιρετήσουν όλα αυτά…

Ακολουθεί η εκπληκτική αναφορά του ποιητή στη φυλακή: Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος / μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή / και περισσότερα χρόνια. Για τον «ελεύθερο άνθρωπο», γι’ αυτόν που «αγωνίζεται για την ειρήνη και για το δίκιο», ο εγκλεισμός στη φυλακή δεν συνδέεται με τον πόνο, αλλά με τη χαρά· δεν σχετίζεται με το σκοτάδι του χειμώνα, αλλά με το φως της άνοιξης, με την αγάπη της μάνας, με την ομορφιά του κόσμου (μα εσύ και μές στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη, / τη μάνα σου και τον κόσμο). Ο έγκλειστος δεν περιορίζεται από τον περιορισμένο χώρο του κελλιού· αντίθετα, συνεχίζει μέσα σ’ αυτόν τον χώρο, που του μοιάζει απέραντος, την πορεία του στη γη (Εσύ και μές απ’ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου / θα συνεχίζεις τον δρόμο σου πάνω στη γη). Κι έξαφνα αυτό το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού αποκτά εξωπραγματικές ιδιότητες, κι ο έγκλειστός του δυνάμεις υπερφυσικές, εξωανθρώπινες (Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν’ ασπρίζουν / τα μαλλιά σου / δε θα γερνάς. Εσύ και μές στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο / νέος / αφού όλο και νέοι αγώνες θ’ αρχίζουνε στον κόσμο / αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος).

Στην τελευταία στροφή, όπου αναμφισβήτητα κορυφώνεται το κάλλος, τόσο από την αισθητική όσο κι από την νοηματική πλευρά του ποιήματος, κυριαρχεί το μοτίβο του θανάτου, ο οποίος «οποιοδήποτε πρωινό» μπορεί να βρει οποιονδήποτε αγωνίζεται για την ειρήνη και το δίκιο (Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος / θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό. / Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό / γράμμα στη μάνα σου / θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ’ αρχικά του / ονόματός σου και μια λέξη: Ειρήνη). Εδώ, ο Λειβαδίτης επανέρχεται στο μοτίβο της μάνας, αλλά κυρίως στο μοτίβο της Ειρήνης, την αναζήτηση της οποίας συνδέει με ολόκληρη τη ζωή (Ειρήνη / σα να ’γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου). Και βέβαια ο λόγος κορυφώνεται με την έξαρση της χαράς, την ώρα του θανάτου, της χαράς που αισθάνεται ο αληθινός αγωνιστής, όταν κατά τη στιγμή του θανάτου του – αντί της ομοβροντίας των όπλων – ακούει τα τραγούδια των απλών ανθρώπων που πολεμάνε για την ειρήνη (Να μπορείς, απάνω απ’ την ομοβροντία που σε σκοτώνει / εσύ ν’ ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που / τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη). Για μια τρίτη και τελευταία φορά αναφέρεται ο ποιητής στην ειρήνη, στο μέγιστο αυτό αγαθό για το οποίο ο καθένας, «αν θέλει να λέγεται άνθρωπος», οφείλει να αγωνίζεται…

Κατά τη γνώμη μου, το συγκεκριμένο ποίημα είναι ένα από τα πιο δυνατά και τα πιο αξιόλογα ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη. Με την σύνθεση αυτή, της οποίας τα βαθύτερα νοήματα ανακαλούν στη μνήμη μας ιδεώδη του ομηρικού ηρωικού έπους (και όχι μόνον), ο Τάσος Λειβαδίτης δεν καταξιώνεται μόνον ως μέγιστος ποιητής, αλλά κυρίως ως Άνθρωπος και ως Αγωνιστής για την Ειρήνη, τη Δικαιοσύνη και την Ελευθερία. Και βέβαια το ηθικό ανάστημα και το ψυχικό μεγαλείο του Τάσου Λειβαδίτη δεν καθρεφτίζονται μόνον στο ποιητικό του έργο· ολόκληρη η ζωή του αποτελεί υπόδειγμα Ανδρείας, Ανθρωπιάς και Αγωνιστικότητας!

Από Palmografos.com: Palmografos.com – Τάσου Λειβαδίτη «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος» – Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου*

Οδυσσέας Ελύτης, Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά (1971)

elitis1

«Ποτέ δεν μπόρεσα να αντικρίσω, ώρα πολλή, το φωτόδεντρο», γράφει ο Νίκος Δήμου. «Αντέχω το κείμενο σε μικρές δόσεις. Κάθε λίγο αναστέλλω. Αλλάζω βλέμμα. Η συμπύκνωση της ουσίας, η ευφορία των στιγμών ζαλίζει, σαν το πολύ οξυγόνο». 
Θα περιοριστούμε σε κάποια αποσπάσματα από το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη «Το Φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά» πλαισιωμένα από μια συνέντευξη του Ελύτη καθώς και μια ιστορία από τα χρόνια που πολεμούσε στο αλβανικό μέτωπο (από το ιστολόγιο: logomnimon.wordpress.com).

kori-aeras-thalassa

Sea Nymph (William Robert Symonds)

1ο απόσπασμα

Η ΚΟΡΗ ΠΟΥ ‘ΦΕΡΝΕ Ο ΒΟΡΙΑΣ

Σε μεγάλη απόσταση μέσα στην ευωδιά του δυόσμου αναλογίστηκα

πού πάω κι είπα, για να μη μ’ έχει του χεριού της η ερημιά,

να βρω εκκλησάκι να’ χω να μιλήσω.
(…)
Όπου απάνου κει από τον ερειπιώνα της

αποσπασμένη φάνηκε να κερδίζει σε ύψος κι όμορφη που δε γίνεται άλλο

μ’ όλα τα χούγια των πουλιών στο σείσιμό της

η κόρη που’ φερνε ο Βοριάς

κι εγώ περίμενα
(…)
Ύστερα μου’ ρθε η μυρωδιά της, όλο φρέσκο ψωμί κι άγρια βουνίσια γιάμπολη.

Έσπρωξα τη μικρή ξύλινη πόρτα και άναψα κερί

Που μια ιδέα μου είχε γίνει αθάνατη.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ», Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

odysseas_elytis

2ο απόσπασμα

Η ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ

Έχοντας ερωτευθεί και κατοικήσει αιώνες μες στη θάλασσα έμαθα

γραφή και ανάγνωση

Ώστε τώρα να μπορώ

σε μεγάλο βάθος πίσω τις γενιές απανωτές

όπως αρχίζει ένα βουνό προτού τελειώσει το άλλο

Να κοιτάζω.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ», Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

3ο απόσπασμα

ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ

Τι λογής είναι η αλήθεια όλο φύλλα στρογγυλά

κι από το μέρος του ήλιου κασσιτερωμένα κόκκινα

πέντε δέκα εκατοντάδες αρπαγμένα εφ’ όρου ζωής απ’ το άγνωστο

Ακριβώς όπως εμείς

Και ας μαίνονταν οι συμφορές τριγύρω

ας πέθαιναν οι άνθρωποι

ας έφτανε από τα κατάβαθα του Αρνιού

ξανασταλμένος ο απόηχος του πολέμου τίποτε

αυτό μια στιγμή σταματούσε να δοκιμαστεί αν θ’ αντέξει.

Τέλος επροχωρούσε αμείλικτο μέσα στο φως

όπως ο Ιησούς Χριστός κι όλοι οι ερωτευμένοι.
(…)
(Λύπη λύπη μου που δε μιλιέσαι αλλά σκάφος βρεμένο στην πανσέληνο

είσαι και αστείρευτη παραμυθία μες στον ύπνο μου

να ρυμουλκείς μοσχονήσια με αναμμένο το μισό στερέωμα

ένας Αχ ερωτευμένος είμαι και το μόνο που ζητώ αχ μόνο αυτό δεν έχω)

Έπλεαν κομμάτια ξύλα κι ευτυχίες καμένες

απ’ το πέρασμα του θυμιατού στης κοντινής Ανατολής

τους λόφους χρυσοποίκιλτα σεράγια και σοφία χυμένη στο γυαλί.

Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ», Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

axion esti

4ο απόσπασμα

ΔΩΡΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ξέρω πως είναι τίποτε όλ’ αυτά

και πως η γλώσσα που μιλώ δεν έχει αλφάβητο

Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική

που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας
Κι η πατρίδα μια τοιχογραφία

μ’ επιστρώσεις διαδοχικές φράγκικες ή σλαβικές

που αν τύχει και βαλθείς για να την αποκαταστήσεις

πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο

Σ’ ένα πλήθος Εξουσίες ξένες

μέσω της δικής σου πάντοτε

Όπως γίνεται για τις συμφορές.

Όμως ας φανταστούμε σ’ ένα παλαιών καιρών αλώνι

που μπορεί να ‘ναι και σε πολυκατοικία

ότι παίζουνε παιδιά και ότι αυτός που χάνει

Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια

Οπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι τους ένα μικρό

Δώρο ασημένιο ποίημα.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ», Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Elytis-thalassa

 «…λίγο βόρειον άνεμο, λίγο λουλακί θαλάσσης, λίγο δέρμα νέας κοπέλας, λίγη κατάνυξη αγιότητας…»

Μιλώ για την ποιητική λειτουργία και ως προς αυτήν υπάρχουνε δύο μέθοδοι. Υπάρχει η μέθοδος η εξομολογητική, που αποτελεί, ας πούμε, τον κανόνα. Ο ποιητής, δεχόμαστε ότι εκφράζει την γύρω του πραγματικότητα. Στα έργα του, που αποτελούν ένα είδος εσωτερικού ημερολογίου, καταγράφει τις ψυχικές του αντιδράσεις, που, βέβαια, είναι οδυνηρές, αφού ζητούν ν’ αποδώσουν τη δυσαρμονία του με το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Στο βαθμό μάλιστα που η θλίψη του ή η διαμαρτυρία του είναι οξύτερες, αξιολογείται και η ποιότητα της ευαισθησίας του.

Οπόταν εγώ, με τέτοια κριτήρια, ευρέθηκα να είμαι τέρας αναισθησίας, άμοιρος των δεινών που μαστίζουν την ανθρωπότητα, με άλλα λόγια ένας απερίσκεπτος έφηβος που τα βρίσκει όλα ωραία και τα εξυμνεί. Ενώ εγώ ήμουν, απλά και μόνον, ένας χημικός που έβαζε λίγο βόρειον άνεμο, λίγο λουλακί θαλάσσης, λίγο δέρμα νέας κοπέλας, λίγη κατάνυξη αγιότητας, για να βγάλει το αποτέλεσμα που η ζωή του στερούσε. Ήταν ο μηχανισμός του εξορκισμού που λειτουργούσε μέσα μου; Δεν ξέρω. Πάντως ήταν η αντίδραση που θα δοκίμαζε φερ’ ειπείν ένας αρχιτέκτονας που βλέπει ένα φριχτό οικοδόμημα και ξέρει ότι με τα ίδια υλικά θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι διαφορετικό, κάτι που να «στέκει» καλύτερα. Σημειωτέον ότι τα «υλικά» που είχα βαλθεί να επικαλούμαι δεν ήταν διόλου φανταστικά πράγματα. Υπήρχαν δοσμένα απ’ την ίδια τη ζωή – πλην καταδικασμένα σε αδράνεια από τους ίδιους τους ανθρώπους, από την άγνοια και τις προκαταλήψεις αιώνων.

elytis & syntrofos tou

“Το βιβλίο που με κράτησε στη ζωή”

Το ένιωσα αυτό, πολύ περισσότερο κι από τη σκηνή στο μέτωπο που διηγήθηκα πριν, δυο μήνες αργότερα, όταν βρέθηκα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου των Ιωαννίνων, με όλες τις ενδείξεις τις επιστημονικές ότι δεν πρόκειται να ξανασηκωθώ. Πριν από τ’ αντιβιοτικά, ο τύφος δεν είχε άλλη σωτηρία από την αντοχή του οργανισμού σου. Έπρεπε να υπομένεις, ακίνητος υποχρεωτικά, με πάγο στην κοιλιά και μερικά κουταλάκια γάλα ή πορτοκαλόζουμο για τροφή, όλες τις ατέλειωτες μέρες που βαστούσε ο πυρετός, σαράντα ακατέβατα. Κι ο Θεός βοηθός. Έτυχε να περάσω τη μεγάλη κρίση τις ημέρες ακριβώς που άρχισε η επίθεση των Γερμανών. Δεν ήταν και τόσο ρόδινα τα πράγματα. Το κρεβάτι μου βρισκότανε πλάι στο παράθυρο και κάθε φορά, θυμάμαι, που σήμαινε συναγερμός όλοι οι άλλοι άρρωστοι (το νοσοκομείο ήταν παθολογικό και δεν είχε τραυματίες) μαζί με τις νοσοκόμες και τους γιατρούς τρεχοκοπούσανε στα καταφύγια.
Με τους Γερμανούς δεν ήτανε φρόνιμο να παρασταίνουν το παλικάρι. Πριν φύγουν από το θάλαμο μού άνοιγαν τα τζάμια, μήπως και σπάσουν και με χτυπήσουν τα θραύσματα. Κι απόμενα έτσι ολομόναχος μέσα στον άδειο θάλαμο, που μου φαινότανε ξαφνικά ότι μεγάλωνε, γινότανε απέραντος, με τα ξέστρωτα κρεβάτια, τα κουβαριασμένα σεντόνια, τις εφημερίδες, τα σακίδια, μια σταματημένη απότομα ζωή, ένα είδος Πομπηίας του κλειστού χώρου, απ’ όπου αναδυόμουν και επέπλεα μετέωρος, βουτηγμένος μέσα σε μια παράξενη ηρεμία. Ώσπου σε λίγο άρχιζαν οι εκρήξεις, που ολοένα πλήθαιναν και πλησίαζαν. Αυτό πια δεν ήταν πόλεμος, ήταν μια μονομαχία. Δεν υπήρχανε στρατεύματα, όπλα, υπηρεσίες, επιτελεία. Τίποτε. Μονάχα το αόρατο εκείνο τέρας που μπουμπούνιζε από ψηλά. Κι εγώ ασάλευτος, με την πληγιασμένη ράχη και το κομμάτι τ’ ουρανού απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Ένα αίσθημα που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ όσο ήμουν τριγυρισμένος από τους στρατιώτες μου αναπηδούσε τώρα μέσα μου, πολλαπλασιαζότανε, με χίλιες φωνές μου έκρενε: “πρέπει, πρέπει, πρέπει να ζήσεις, να νικήσεις, να τα βγάλεις πέρα”.
Θα ‘ναι φαίνεται, στη μοναξιά και στον άνισο αγώνα που ξυπνάει όλος ο άντρας. Και ο ποιητής. Η ιδέα ενός βιβλίου με κρατούσε – όπως άλλους ένα εικόνισμα. Το έβλεπα, το φυλλομετρούσα, τα ποιήματα που δεν είχα γράψει, και που θα ήθελα να είχα γράψει, γεμίζανε με το εξωτερικό τους σχήμα τις σελίδες του, δεν απόμενε παρά να τα “γεμίσω”, όπως γεμίζεις μια σειρά από άδεια ποτήρια, και αμέσως τι δύναμη, τι ελευθερία, τι αψηφησιά στις βόμβες και στο θάνατο. Να ‘χεις βγάλει τον εαυτό σου τον πραγματικό, από τον άλλο τον καθημερινό, έξω, και να τον βλέπεις αντίκρυ σου άτρωτον, άφθαρτον, προσιτό στα μέλλοντα όπου πια εσύ δε θα συμμετέχεις, τι ανακούφιση!
(…)
Την άλλη μέρα, όταν είδα να με πλησιάζει ένας παπάς με το δισκοπότηρο στο χέρι, μόνο που δε γάβγισα. Το ‘βαλε στα πόδια, και οι άλλοι άρρωστοι, θαρρώ, γελούσανε. Όμως εγώ δε βάσταξα πια κι έβαλα τα κλάματα. Οι γιατροί μαζεύτηκαν γύρω μου, κάτι είπανε μεταξύ τους, και στο τέλος ένας απ’ αυτούς μου έκανε μια ένεση. Βυθίστηκα στον ύπνο για ώρες πολλές. Και την άλλη μέρα – κάτι απίστευτο – ξύπνησα σχεδόν απύρετος. Είχα περάσει τη μεγάλη κρίση. Το βιβλίο που ονειρευόμουνα θα μπορούσε ίσως να γίνει.
Και τώρα, βέβαια, που γράφω, ύστερα από τόσα χρόνια, το ιδανικό αυτό βιβλίο δεν έγινε. Αλλά τι σημαίνει; Η ελπίδα του με κράτησε στη ζωή, και τότε που δεν ήξερα και τώρα που κατάλαβα ότι τα ιδανικά βιβλία δε γίνονται ποτέ. “Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.” Να πάλι το passe-partout Καβάφη.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ “ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ” – από τα “ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ”, Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)

Ενδιαφέρουσες συνδέσεις:

Ο Οδυσσέας Ελύτης απαγγέλλει ποίημά του (βίντεο)

Παραθέματα και αφορισμοί από το έργο του Ο. Ελύτη (Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

Η μαγεία του Ελύτη: αφιέρωμα του Επτά Ημέρες της Καθημερινής (24/3/1996)

Ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη

Ποιήματα του Ο. Ελύτη και ρήσεις από την «Μαρία Νεφέλη»

Μερικά από τα κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη

Το νόημα του ονόματος Ελύτης – από το βιβλίο του M.Vitti «ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ»

Elytis-Nobel

Το νόημα του ονόματος Ελύτης αποδόθηκε σε στιγμές επισημότερες της ζωής του, στο συνδυασμό της συλλαβής ‘ελ’, αρχικής σε ονόματα σημαδιακά όπως Ελλάδα, Ελπίδα, Ελευθερία, Ελένη, με τη «γενική τοπωνυμική κατάληξη των ελληνικών ονομάτων ανάλογα με το ‘Πολίτης’ (Κ. Φράιερ, σ. 12). Παλαιότερα οι φίλοι του έδιναν μια λιγότερο ελληνοπρεπή και περισσότερο διασκεδαστική ερμηνεία αναφέροντας τρεις αφορμές: το όνομα του Eluard, τη λέξη elite που υπονοεί εκλεκτικότητα και που δηλώνει μιαν αντίθεση στην εύκολη τέχνη, τη λέξη ‘αλήτης’ για την ανταρσία στην αστική συμβατικότητα. Η ουσία είναι ότι ο ποιητής, έτσι κι αλλιώς, ήθελε να περιχαρακώσει με το όνομα που δημιουργούσε ένα χώρο αποκλειστικά δικό του κι ανεξάρτητο πριν απ’ όλα απ’ την οικογένειά του. Αυτό μαρτυρούν και τα λόγια του της Κατοχής: «Με τη σειρά μου κατάλαβα κι εγώ πως θα ’τανε ντροπή να φτιάξω ένα έργο για το οποίο αφιέρωνα όλες μου τις δυνάμεις, όλο το πάθος μου για την αφιλοκέρδεια και να το ταυτίσω ύστερα μ’ ένα όνομα συνυφασμένο με ό,τι εγώ μισώ στη ζωή, το πρακτικό δηλαδή πνεύμα, την εμπορική πίστη, τον άκρατο ωφελιμισμό» (Αιολικά Γράμματα 3, 1973, σ. 12).
Πέρα από τις ετυμολογικές ερμηνείες και τις ψυχολογικές άμυνες, μένει η υποβολή του ήχου και της γραφής του ονόματος. ‘Ελύτης’ είναι ένας ιαμβικός τρισύλλαβος, με την κεντρική συλλαβή υψωμένη χάρη στον τόνο της, με μεγαλύτερη διάρκεια, αλλά και με μια ειδική γεύση από το υγρό ‘λ’. Στηρίζεται σε μια ζυγισμένη ισομετρία που ανταποκρίνεται στους νόμους του μουσικού τονισμού της ελληνικής γλώσσας που προτιμά τις παροξύτονες καταλήξεις των λέξεων.
Όσο για την κατάληξη -ύτης, που μοιάζει τοπωνυμικός προσδιορισμός, δεν είναι δίχως σημασία το γεγονός ότι διακρίνεται από την άλλη κατάληξη, -ητής, που είναι χαρακτηριστική των επαγγελματικών ουσιαστικών (ο ποιητής μας απορρίπτει την ιδιότητα ενός ανθρώπου την εξαρτημένη από το επάγγελμα).
Για να επιμείνουμε στη γραφή, και σχετικά με τη διαφοροποίηση των δύο ‘ι’, το ένα ύψιλον, το άλλο ήτα, παρατηρούμε ότι το ύψιλον βρίσκεται εκεί που θα περιμέναμε ένα γιώτα και ασκεί έτσι τη γοητεία του άδηλου και του λογικά απροσδόκητου. Δεν υπάρχει αμφιβολία: το επώνυμο ‘Ελύτης’ είναι ευρηματικό και προγραμματικά ταιριαγμένο στο νέο που ξεκινά με επαναστατικές προθέσεις και με ασυνήθιστους οραματισμούς, που γρήγορα θα ξεχωρίσει μέσα στις προσπάθειες άλλων, πρεσβύτερων ή συνομηλίκων.

MARIO VITTI «ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ» Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ