Φιλοσοφία Β΄Λ., κεφάλαιο 2, ενότητα 2: σημαντικές ερωτήσεις – σύντομες απαντήσεις

κεφάλαιο 2 ενότητα 2

  • Τι είναι η λέξη;

Η λέξη είναι το μικρότερο τμήμα της γλώσσας που έχει νόημα.

  • Υπάρχει σχέση λέξεων και εννοιών; Τι είναι οι έννοιες;

Οι λέξεις σχετίζονται με τις έννοιες (ή είναι ονόματα για τις έννοιες), ενώ οι έννοιες αναφέρονται σε σύνολα πραγμάτων.

Εκτός από τις έννοιες που δηλώνουν ένα σύνολο ίδιων πραγμάτων (π.χ. “βιβλίο”), έχουμε και έννοιες που δηλώνουν χαρακτηριστικά πραγμάτων.

  • Να ορίσετε τις ιδέες σύμφωνα με τον Πλάτωνα

Οι ιδέες είναι πράγματα υπαρκτά, ανεξάρτητα από τον αισθητό κόσμο, αιώνια και αμετάβλητα, που μπορούμε να τα προσεγγίσουμε και να τα γνωρίσουμε μόνο με τον νου και όχι με τις αισθήσεις.

  • Σε ποια επίπεδα χωρίζει ο Πλάτων την πραγματικότητα;

Θεωρεί ότι υπάρχουν δύο κόσμοι, ο αισθητός κόσμος της εμπειρίας μας και ο κόσμος των ιδεών, που είναι νοητός και υπεραισθητός.  (δυϊσμός)

Σημείωση: Στο πλαίσιο της κατανόησης, ειδικότερα, της δυϊστικής θεωρίας του Πλάτωνα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ο μύθος του Σπηλαίου (βλ. ΠΛ Πολ 514a–521b: Η αλληγορία του σπηλαίου http://www.greeklanguage.gr/greekLang/ancient_greek/tools/corpora/anthology/content.html?m=1&t=531) είτε ως αφόρμηση είτε ως ευκαιρία για εργασίες και συζήτηση. Επιπλέον, μπορούν να αξιοποιηθούν κινηματογραφικές ταινίες (The Matrix I, Truman Show) που πραγματεύονται ανάλογα θέματα. Θα ήταν, τέλος, πολύ δημιουργικό αν η πλατωνική θεωρία περί πραγματικότητας και γνώσης συνδεόταν με απλές μαθηματικές έννοιες από τον χώρο της γεωμετρίας με τη βοήθεια συναδέλφων μαθηματικών στο πλαίσιο μίας διεπιστημονικής προσέγγισης.

Βίντεο: Ep. 7 Πλάτωνας «Animated…Φιλόσοφοι» Official / Plato- «Animated…Philosophers» Official

Πρόσθετα διευκρινιστικά στοιχεία – υλικό για τον διδάσκοντα: ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: Κατανοώντας τα πράγματα

Ενότητα δεύτερη: Λέξεις, νόημα και καθολικές έννοιες (μόνο: ιδέες, δυϊσμός, καθόλου- καθολικές έννοιες)

  1. Οι καθολικές έννοιες
    Εκτός από τις έννοιες που δηλώνουν ένα σύνολο ίδιων πραγμάτων (π.χ. “βιβλίο”), έχουμε και έννοιες που δηλώνουν χαρακτηριστικά πραγμάτων. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την έννοια “δικαιοσύνη” ή την έννοια “λευκό”. Τι είναι η δικαιοσύνη; Για να δώσουμε απάντηση στην ερώτηση, μήπως πρέπει να εξετάσουμε όλες τις δίκαιες πράξεις και να βρούμε τι κοινό έχουν μεταξύ τους; Μήπως δηλαδή υπάρχει μία κοινή φύση που βρίσκεται μόνο στις δίκαιες πράξεις και πουθενά αλλού; Ωστόσο, οι πράξεις μας δεν είναι απλώς δίκαιες ή άδικες. Υπάρχουν διαβαθμίσεις· άλλες πράξεις είναι λιγότερο και άλλες είναι περισσότερο δίκαιες. Ίσως και να μην υπάρχουν απόλυτα δίκαιες πράξεις. Πολλοί θεωρούν ότι απόλυτα δίκαιος είναι μόνο ο Θεός. Το ίδιο συμβαίνει και με την έννοια “λευκό” (όπως και με πολλές άλλες έννοιες). Μήπως υπάρχει μία καθαρή ουσία της λευκότητας, που είναι πάντα ίδια και η οποία δίνει στα πράγματα (όταν αυτά μετέχουν, λίγο ή πολύ, σ’ αυτήν) το χαρακτηριστικό της λευκότητας;
    Αυτή είναι η αντίληψη του Πλάτωνα. Ο Πλάτων ονομάζει τις καθαρές αυτές ουσίες ιδέες. Οι ιδέες είναι πράγματα υπαρκτά, ανεξάρτητα από τον αισθητό κόσμο, αιώνια και αμετάβλητα, που μπορούμε να τα προσεγγίσουμε και να τα γνωρίσουμε μόνο με τον νου και όχι με τις αισθήσεις. Με αυτόν τον τρόπο ο Πλάτων οδηγείται σε έναν δυϊσμό. Θεωρεί ότι υπάρχουν δύο κόσμοι, ο αισθητός κόσμος της εμπειρίας μας και ο κόσμος των ιδεών, που είναι νοητός και υπεραισθητός. Ο Αριστοτέλης, από την άλλη πλευρά, αντιδρά έντονα στη θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα. Πώς είναι δυνατόν, λέει, να υπάρχει ένας τέτοιος, ανεξάρτητος από τον αισθητό, κόσμος; Πού βρίσκονται αυτές οι ιδέες; Πώς είναι δυνατόν να σχετίζονται με τα φυσικά αντικείμενα; Ο Αριστοτέλης ονομάζει τα πράγματα ή τις ουσίες αυτές “καθόλου”. Εμείς θα τα ονομάσουμε εδώ καθολικές έννοιες. Για τον Αριστοτέλη οι καθολικές έννοιες (τα “καθόλου”) δεν είναι πράγματα ξεχωριστά από τα φυσικά αντικείμενα, αλλά προκύπτουν από αυτά μέσω νοητικής αφαίρεσης. Σχηματίζουμε δηλαδή στον νου μας την καθολική έννοια της λευκότητας, όταν από διάφορα λευκά αντικείμενα αφαιρέσουμε όλες τις άλλες ιδιότητες και κρατήσουμε μόνο την ιδιότητα του λευκού.
    Παρόμοια θέση με αυτήν του Αριστοτέλη παίρνουν και οι εμπειριστές φιλόσοφοι (Τζον Λοκ, Ντέιβιντ Χιουμ) όσον αφορά τις καθολικές έννοιες. Γι’ αυτούς τους φιλοσόφους, όταν σκεφτόμαστε ένα τρίγωνο, σχηματίζουμε στο μυαλό μας μία εικόνα για κάποιο τρίγωνο και φροντίζουμε να χρησιμοποιούμε για τον σχηματισμό αυτής της εικόνας μόνο τα χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε όλα τα τρίγωνα. Ωστόσο, κάθε εικόνα δεν παύει να είναι κάτι το ατομικό, κάτι που αφορά το μεμονωμένο άτομο. Πώς επομένως η ατομική εικόνα μάς βοηθά να εξηγήσουμε τη γενικότητα της καθολικής έννοιας; Επιπλέον, πώς είναι δυνατόν η λευκότητα, για παράδειγμα, να είναι μέσα στο μυαλό μας; Αυτό που έχουμε στο μυαλό μας είναι η σκέψη μας για τη λευκότητα και όχι η λευκότητα ως ουσία. Αν η καθολική έννοια “λευκό” ήταν σκέψη, τότε οι καθολικές έννοιες δε θα ήταν ίδιες για όλους μας, αφού οι σκέψεις διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Επανερχόμενοι στο παράδειγμα του τριγώνου, αναρωτιόμαστε πώς είναι δυνατόν η καθολική έννοια “τρίγωνο” να προέρχεται από τα αισθητά τρίγωνα, όταν καν ένα τρίγωνο που αντιλαμβανόμαστε άμεσα με τις αισθήσεις μας δεν έχει απόλυτα ευθείες γραμμές. Πώς φθάνουμε επομένως στην αντίληψη της ευθείας γραμμής ή του κύκλου, όταν στη φύση δεν υπάρχει τίποτε το απόλυτα ευθύ ή κυκλικό;
    Κάποιοι θεωρούν ότι οι καθολικές έννοιες δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν με κανέναν τρόπο. Έχουμε μόνο επιμέρους ατομικά πράγματα.

Υπάρχουν βέβαια γενικές λέξεις, λέξεις δηλαδή που χρησιμοποιούνται από όλους, όπως “λευκό”, αλλά όχι πράγματα όπως η “λευκότητα”. Η θεωρία αυτή λέγεται ονοματοκρατία ή νομιναλισμός (από το λατινικό “nomen” = όνομα) και πρωτοδιατυπώθηκε από φιλοσόφους του Μεσαίωνα, όπως είναι ο Βοήθιος και ο Γουλιέλμος του Όκαμ. Αν όμως δεν υπάρχουν γενικές ιδιότητες όπως το “λευκό”, το “ζεστό”, το “σκληρό”, το “στρογγυλό” κτλ., τότε πώς είναι δυνατόν να πούμε ότι κάποιο πράγμα ανήκει στην κατηγορία των “λευκών” πραγμάτων, των “ζεστών”, των “σκληρών” κτλ.; Η συνήθης απάντηση των νομιναλιστών είναι ότι ένα πράγμα ανήκει, λόγου χάριν, στην κατηγορία βιβλίο, επειδή μοιάζει με κάποιο δεδομένο βιβλίο που το παίρνουμε ως βασικό παράδειγμα. Η απάντηση όμως αυτή χρησιμοποιεί ήδη την καθολική έννοια της ομοιότητας. Χωρίς αυτή την καθολική έννοια δεν μπορούμε να κρίνουμε αν δύο πράγματα είναι όμοια. Έπειτα, αν δύο ή περισσότερα πράγματα μοιάζουν μεταξύ τους, έχουν κάτι κοινό. Αυτό το κοινό όμως είναι αναγκαστικά κάτι το γενικό ή καθολικό και όχι κάτι το ατομικό.

Φιλοσοφία Β΄Λυκείου_ 1ο κεφάλαιο: ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΡΙΑ – οι σημαντικότερες ερωτήσεις (και απαντήσεις) ανά ενότητα και σχολιασμός κάποιων κειμένων-πηγών

κεφάλαιο 1, ενότητα 1η:  Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

  • Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά των φιλοσοφικών προβλημάτων – ερωτημάτων;  Γιατί χαρακτηρίζονται οριακά, θεμελιώδη και έσχατα;

Τα φιλοσοφικά ερωτήματα και τα προβλήματα που αυτά θέτουν φαίνεται να ασκούν πάνω μας μια παράξενη γοητεία, να μας προξενούν δέος και αμηχανία ή μπορεί και να μας εκνευρίζουν όταν οδηγούμαστε σε αδιέξοδο. Η γενικότητα, αλλά και ο παράδοξος χαρακτήρας τους μας κάνουν να νιώθουμε ότι θα υποστούμε ένα είδος “νοητικής κράμπας”, εάν ασχοληθούμε μαζί τους.  Η ενασχόληση με αυτά τα ερωτήματα μας βοηθά να διερευνήσουμε τα όρια της ανθρώπινης σκέψης, δηλαδή να καταλάβουμε μέχρι πού μπορούν να φτάσουν τα λογικά και τα εννοιολογικά μας εργαλεία. Γι’ αυτό και μπορούμε να αποκαλέσουμε τα ερωτήματα αυτού του είδους οριακά, θεμελιώδη ή έσχατα.

Σχολιασμός κειμένων 1ης ενότητας βιβλίου, σελίδας 11

  • ΑριστοτέληςΜετά τα Φυσικά, Α 2, 982b121:

O θαυμασμός και η απορία παρώθησαν τους ανθρώπους να φιλοσοφήσουν. Τα φαινόμενα, τα οποία ανάγκαζαν ή αναγκάζουν τον άνθρωπο να τα θαυμάζει, είναι συνήθως αυτά που δεν κατανοούνται με την πρώτη ματιά ή λογίζονται παράδοξα. Τέτοια παράδοξα φαινόμενα ποικίλουν ανάλογα με την περίπτωση. Υπάρχουν αυτά που εμφανίζονται μπροστά του, δηλαδή τα μικρά, άμεσα και προφανή, αλλά και τα φυσικά φαινόμενα και όλα εκείνα τα μεγάλα, για τα οποία ο άνθρωπος προοδευτικά απορεί και σχηματίζει την ιδέα ότι έχει άγνοια γι’ αυτά. Πώς ξεφεύγει κανείς από την άγνοια; Με το να φιλοσοφεί. Προσπαθεί να παρατηρήσει, να ερμηνεύσει, να εξηγήσει, να κατανοήσει τα φαινόμενα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να οργανώσει τη σκέψη και να μάθει να καλλιεργεί την ικανότητα για θεωρητικές συλλήψεις. Τέτοιες θεωρητικές συλλήψεις εντάσσονται στη λογική αναζήτηση της αλήθειας. Προκειμένου να αναπτύξουν αυτή τη λογική διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας, οι φιλόσοφοι δεν διστάζουν να θέτουν υπό αμφισβήτηση τις προσωπικές τους πεποιθήσεις και να έρχονται σε αμηχανία. Αμηχανία στη φιλοσοφία είναι εκείνη η κατάσταση που μας δημιουργεί προβληματισμό και μας κάνει να προχωρούμε μπροστά.

  • Ρόμπερτ ΜούζιλΟ άνθρωπος χωρίς ιδιότητες

Η φιλοσοφία δεν συνδέεται με οποιαδήποτε αγοραία αντίληψη ή κοσμοαντίληψη, ειδικά στην εποχή μας όπου με περισσή σοβαροφάνεια διατυπώνονται διάφορες ρηχές απόψεις ή θεωρίες, αλλά παρά τη ρηχότητά τους δεν διστάζουν να διεκδικούν απόλυτη παραδοχή. Η διαφορά της φιλοσοφικής σκέψης και του φιλοσοφικού λόγου από την επιπόλαια γνώμη, η οποία θέλει να αυτοχαρακτηρίζεται φιλοσοφική, έγκειται στο ότι η φιλοσοφία καλλιεργεί περίσκεψη, προβληματισμό, δημιουργική αμφιβολία και τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία. Απεναντίας, ο δογματικός διαποτισμός της σκέψης δεν έχει καμιά σχέση με τη φιλοσοφία, ακόμη και αν δεν φείδεται να την επικαλείται. Η φιλοσοφία συνεπώς είναι μια συγκεκριμένη δραστηριότητα του ανθρώπινου νου, η οποία αφορά τον κάθε άνθρωπο, αλλά συγχρόνως απαιτεί απ’ αυτόν ως προϋπόθεση ορθής χρήσης της να εξασκείται συστηματικά και να δοκιμάζονται στην πράξη τα αποτελέσματα αυτής της εξάσκησης. Τέτοια αποτελέσματα είναι η ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας, η συνέπεια λόγου και έργου, η διεύρυνση του πνευματικού ορίζοντα, η καλλιέργεια αυτογνωσίας, η κριτική και αυτοκριτική στάση.

ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ: ΒΑΣΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ

κεφάλαιο 1 ενότητα 2

  • Ποιοι είναι οι βασικοί στόχοι της φιλοσοφικής δραστηριότητας;
  1. Διασάφηση γενικών εννοιών
  2. Aιτιολόγηση βασικών πεποιθήσεων
  3. Διαμόρφωση μιας συνολικής θεώρησης του κόσμου και της θέσης του ανθρώπου μέσα σ’ αυτόν
  4. Καθοδήγηση της πράξης και οργάνωση του τρόπου ζωής μας

Σχολιασμός κειμένων 2ης ενότητας βιβλίου, σελ. 17

  • ΠλάτωνΕυθύφρων

Η φιλοσοφική συζήτηση και γενικότερα μια σοβαρή διαλογική αντιμετώπιση ενός πράγματος δεν εξαντλείται στην απαρίθμηση επί μέρους χαρακτηριστικών ή γνωρισμάτων του, αλλά στον προσδιορισμό της έννοιάς του, η οποία είναι το γενικό ή καθολικό στοιχείο και αποτελεί κριτήριο για να αποφαινόμαστε κάθε φορά τι είναι το ένα και τι είναι το άλλο πράγμα ή η μια και η άλλη ιδέα και αντίληψη.

  • Τόμας ΝάγκελΘεμελιώδη φιλοσοφικά προβλήματα

Ένα από τα σοβαρά καθήκοντα της φιλοσοφίας είναι να κατανοεί πίσω από μια κοινή αντίληψη ή έννοια μια βαθύτερη σκέψη, η οποία τίθεται ως διερώτηση: τι είναι αυτό, τι είναι το άλλο; Τι σημαίνει αυτό, τι σημαίνει το άλλο κ.λπ.; Η φιλοσοφία, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αναζητεί το νόημα που συνέχει μια πράξη, μια ενέργεια, μια σκέψη, μια άποψη, μια ερευνητική δραστηριότητα, εν τέλει μια στάση ζωής. Στη συνάφεια τούτη διερευνά και την ηθική υπόσταση όλων αυτών και προσφέρει στον άνθρωπο αυτή τη διερεύνηση και εκείνη την αναζήτηση ως μέθοδο ή τρόπο για να μεθερμηνεύει και να κατανοεί περαιτέρω τη θέση του μέσα στον κόσμο.

  • ΑριστοτέληςΗθικά Νικομάχεια

Η φιλοσοφία δεν είναι μόνο θεωρητική αναζήτηση ή ηθική διδασκαλία, αλλά και η θεωρία που καθοδηγεί και οφείλει να καθοδηγεί την πράξη. Έτσι χρειάζεται να οργανώνουμε την πράξη με βάση συγκεκριμένους σκοπούς και με καθορισμένους τρόπους, τους οποίους συλλαμβάνουμε πρώτα θεωρητικά και ανάλογα σχεδιάζουμε την εκπλήρωσή τους. Για παράδειγμα, όταν θέλουμε να γίνουμε ενάρετοι, δεν επιζητούμε απλά και μόνο διάφορους ορισμούς περί αρετής ή αντίστοιχες ηθικές εντολές αλλά διερευνούμε την αρετή σε σχέση με τον σκοπό που θέτουμε: δηλαδή να γίνουμε ενάρετοι· και ακόμη σε σχέση με τους τρόπους που πρέπει να ακολουθήσουμε για να υλοποιήσουμε αυτό τον σκοπό.

ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ: ΚΛΑΔΟΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ 

κεφάλαιο 1 ενότητα 3

  • Ποιοι οι κλάδοι της φιλοσοφίας και τι εξετάζει ο καθένας;

μεταφυσική ή οντολογία =  αντικείμενό της είναι η βαθύτερη υφή της πραγματικότητας, προσπαθεί δηλαδή να καταλήξει σε μια γενική θεώρηση του τι υπάρχει

γνωσιολογία = αντικείμενό της είναι η γνώση -οι δυνατότητες, οι πηγές, τα είδη, οι μέθοδοι απόκτησής της

 πρακτική φιλοσοφία = αντικείμενό της είναι οι αρχές που πρέπει να ρυθμίζουν τις πράξεις μας και να μας καθοδηγούν στην οργάνωση της ζωής μας

-περιλαμβάνει την ηθική, την πολιτική φιλοσοφία, αλλά και την αισθητική.

Επειδή στην πρακτική φιλοσοφία μιλάμε συνήθως για αξίες που μας κατευθύνουν και που θέλουμε να πραγματώσουμε, πολλοί ονομάζουν αυτόν τον βασικό κλάδο φιλοσοφικής αναζήτησης και αξιολογία.

Λογική = αντικείμενό της είναι το πώς πρέπει να σκεφτόμαστε, για να σκεφτόμαστε σωστά. H λογική θα μπορούσε να θεωρηθεί ξεχωριστός κλάδος της φιλοσοφίας, για τους περισσότερους όμως φιλοσόφους αποτελεί κυρίως το όργανο της ορθής νόησης, που είναι απαραίτητο όχι μόνο για κάθε μορφή φιλοσοφικής δραστηριότητας, αλλά και για όλες τις επιστήμες.

  • Τι είναι το επιχείρημα; Πότε ένα επιχείρημα είναι έγκυρο και πότε όχι;

Επιχείρημα είναι: μία ή περισσότερες λογικές προτάσεις (προκείμενες)  που  καταλήγουν σε μία τελευταία, η οποία προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα από τις προηγούμενες  επιδιώκει: την απόδειξη ή αναίρεση μιας θέσης

  • Η διαδικασία οργάνωσης των προκείμενων, ώστε να καταλήγουν στο συμπέρασμα λέγεται συλλογισμός.

 

  1. Για να είναι ένα επιχείρημα έγκυρο, πρέπει οι προκείμενες να είναι αληθείς,  και το αληθές συμπέρασμα  να προκύπτει αναγκαία από αυτές.

Παράδειγμα 1ο

όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί,

ο Σωκράτης είναι άνθρωπος,

άρα ο Σωκράτης είναι θνητός

  1. a. ένα επιχείρημα δεν είναι έγκυρο, όταν, οι προκείμενες είναι αληθείς, αλλά το συμπέρασμα είναι ψευδές,

Παράδειγμα 2ο

μερικοί άνθρωποι είναι φιλόσοφοι,

ο Θεμιστοκλής είναι άνθρωπος,

άρα ο Θεμιστοκλής είναι φιλόσοφος.

 

  1. b. ένα επιχείρημα δεν είναι έγκυρο, όταν, παρ’ όλο που οι προκείμενες είναι αληθείς και το συμπέρασμα συμβαίνει να είναι αληθές, ωστόσο το συμπέρασμα δε συνάγεται αναγκαία από τις προκείμενες.

Παράδειγμα 3ο

μερικοί άνθρωποι είναι φιλόσοφοι,

ο Σωκράτης είναι άνθρωπος,

άρα ο Σωκράτης είναι φιλόσοφος.

Σχολιασμός κειμένου

  • John Locke (Τζων Λοκ): Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση

Σύμφωνα με τον Λοκ πολλά σκουπίδια φράζουν το δρόμο της γνώσης. Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή την τοποθέτηση πρέπει να δούμε τη σημασία της λέξης σκουπίδια: τη μεταφορική σημασία της λέξης σκουπίδια δεν τη χρησιμοποιεί μόνο ο Λοκ, αλλά όλοι οι άνθρωποι στην καθημερινή τους ζωή. Λέμε για παράδειγμα: σκουπίδια της πολιτικής, της κουλτούρας, της γνώσης κ.λπ. και εννοούμε ότι κυριαρχούν σαθρές, ρηχές ή στρεβλές αντιλήψεις στον ένα ή τον άλλο τομέα της γνώσης, της σκέψης, της πολιτικής, του πολιτισμού, της ζωής κ.α και όλες αυτές οι σαθρότητες περνούν για περισσή γνώση ή επιβάλλονται από διάφορους δοκησίσοφους [=κενόσοφους] ως επιστημονική γνώσηΤόσο στρεβλές ή σαθρές είναι που συσκοτίζουν την πραγματική διάσταση των πραγμάτων και εμποδίζουν έτσι τον άνθρωπο να έχει σαφή εικόνα για αυτά. Με βάση αυτή τη διαπίστωση συνεχίζει ο Λοκ: ενάντια σε τέτοια σκουπίδια γίνονται φιλότιμες προσπάθειες από καλοπροαίρετους μελετητές, δασκάλους, γενικώς από ανθρώπους που θέλουν να σκέπτονται. Όμως μπορεί να φωτισθεί περισσότερο ο δρόμος της γνώσης, αν όλες αυτές οι φιλότιμες προσπάθειες ενισχύονται από μια σαφή χρήση των επιστημονικών όρων, γενικότερα από μια αποσαφηνισμένη παραγωγή νοημάτων και από μια κατανοητή γλώσσα που θα καταλάβαινε και η ίδια τι θέλει να πει, αλλά και θα επέτρεπε και στο συνομιλητή να καταλάβει καλύτερα. Βασικό δίδαγμα του συγκεκριμένου κειμένου είναι τούτο: κριτήριο της  αληθινής  γνώσης είναι ο βαθμός κατανόησής της και ο συγκεκριμένος της χαρακτήραςτο συγκεκριμένο αντιμετωπίζεται μόνο συγκεκριμένα. Δεν έχει καμιά σχέση με την αλήθεια μια ομιχλώδης επίκληση διαφόρων εξεζητημένων ή ακραίων επιστημονικών όρων για να φαίνεται κανείς ότι κατέχει τη γνώση. Η ακατανοησία είναι τεκμήριο επιπόλαιης ανάγνωσης και ακόμα πιο επιπόλαιης αφομοίωσης· δεν έχει καμιά σχέση με την επιστημονικότητα, γιατί γνώρισμα της τελευταίας είναι να εξασφαλίζει υψηλό βαθμό κατανόησης και ευρύτερης συνεννόησης.

ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

κεφάλαιο 1 ενότητα 4

  • Για ποιους λόγους αμφισβητείται η αξία της φιλοσοφίας; Να αναφέρετε παραδείγματα φιλοσόφων που διώχτηκαν.
  • τα φιλοσοφικά ερωτήματα μας φαίνονται στην αρχή παράξενα και μας προκαλούν μια ιδιάζουσα αμηχανία ή και διανοητική δυσφορία.
  • ο απλός άνθρωπος  κουράζεται ή  ενοχλείται, όταν τον καλούμε να σκεφτεί σε βάθος για ζητήματα αφηρημένα, που δε φαίνεται να έχουν άμεση σχέση με τη ζωή του.
  • η φιλοσοφική αναζήτηση μοιάζει άσκοπη, εφόσον κατά κανόνα δεν καταλήγει σε απτό αποτέλεσμα και τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα.
  • η φιλοσοφική σκέψη  φαίνεται απρόσιτη
  • η φιλοσοφία θεωρείται χάσιμο χρόνου και  οι σχολαστικές συζητήσεις περί φιλοσοφικών προβλημάτων θεωρείται ότι είναι άχρηστες και καθυστερούν ή και εμποδίζουν την πράξη.

χαρακτηριστικά παραδείγματα δίωξης ή και καταδίκης φιλοσόφων

  • του Αναξαγόρα (για αθεΐα),
  • του Σωκράτη (για εισαγωγή στην κοινωνία “καινών δαιμονίων” και για “διαφθορά των νέων”),
  • του Πλάτωνα (αιχμαλωσία στη Σικελία, όπου είχε προσπαθήσει να διδάξει φιλοσοφία στον τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο Β΄),
  • του Τζορντάνο Μπρούνο (καύση στην πυρά λόγω αιρετικής διδασκαλίας),
  • του Σπινόζα (αφορισμός από την εβραϊκή κοινότητα του Άμστερνταμ),
  • του Καντ (απαγόρευση του βιβλίου του για τη θρησκεία από την πρωσική λογοκρισία),
  • του Μπέρτραντ Ράσελ (φυλάκιση λόγω της εναντίωσής του στη συμμετοχή της Βρετανίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο).

Πώς περιγράφει ο Πλάτωνας τη μοίρα του φιλοσόφου;

Ο Πλάτων -έχοντας ίσως στον νου του την καταδίκη του δασκάλου του και τη δική του πικρή εμπειρία στη Σικελία- περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τη μοίρα του φιλοσόφου που προσπαθεί να στρέψει και τους συνανθρώπους του, οι οποίοι, ζουν μέσα στην άγνοια, στη μελέτη της φιλοσοφίας. Τον παρομοιάζει με δεσμώτη στο βάθος ενός σπηλαίου, ο οποίος κατορθώνει να απελευθερωθεί από τα δεσμά του, να βγει από το σπήλαιο και να δει το φως του ήλιου. Όταν επιστρέφει στο σπήλαιο, για να διδάξει την αλήθεια σε όσους βρίσκονται ακόμα δεμένοι και έχουν μπροστά τους μόνο είδωλα της πραγματικότητας, εκείνοι δε θα τον πιστέψουν, θα προτιμήσουν να μείνουν στην πλάνη τους και θα τον προπηλακίσουν, ίσως μάλιστα απειλήσουν να τον σκοτώσουν (όπως συνέβη και με τον Σωκράτη).

[Στο πλαίσιο της κατανόησης, ειδικότερα, της δυϊστικής θεωρίας του Πλάτωνα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ο μύθος του Σπηλαίου (βλ. ΠΛ. Πολ. 514a–521b: Η αλληγορία του σπηλαίου (https://www.youtube.com/watch?v=EaL4GeyhPCA) είτε ως αφόρμηση είτε ως ευκαιρία για εργασίες και συζήτηση. Θα ήταν, τέλος, πολύ δημιουργικό αν η πλατωνική θεωρία περί πραγματικότητας και γνώσης συνδεόταν με απλές μαθηματικές έννοιες από τον χώρο της γεωμετρίας με τη βοήθεια συναδέλφων μαθηματικών στο πλαίσιο μίας διεπιστημονικής προσέγγισης].

Σχολιασμός κειμένων 4ης ενότητας βιβλίου, σελ. 26

  • Πλάτων, Γοργίας 484c-486a

Στο παρόν απόσπασμα ο Καλλικλής παρουσιάζεται από τον Πλάτωνα να εκφέρει μια κρίση για τη φιλοσοφία. Σύμφωνα με αυτή την κρίση, η φιλοσοφία ασκεί μια δικαιολογημένη γοητεία στους νέους και συνιστά ωραίο επίτευγμα για αυτούς, επειδή ασκεί πάνω τους μορφωτικό και παιδευτικό ρόλο. Όταν όμως εξακολουθεί κανείς να την παίρνει στα σοβαρά και κατά την ώριμη ηλικία του, τότε οδηγείται στην καταστροφή: αποχαυνώνει το πνεύμα του, αποκόπτεται από την κοινωνική και πολιτική δράση και περιθωριοποιείται.

Ο Καλλικλής συζητά με τον Σωκράτη και εκπροσωπεί εκείνους τους ανθρώπους που αναγνωρίζουν ως κίνητρο της κοινωνικής και πολιτικής δράσης την επιβολή των ισχυρών επί των ασθενέστερων· κάτι δηλαδή που συμβαίνει και στις δικές μας σημερινές κοινωνίες του άκρατου χρησιμοθηρισμού και ωφελιμισμού. Ως όργανο για την επίτευξη αυτής της επιβολής προκρίνει τον ρητορικό λόγο, δηλαδή τον ρητορισμό, και όχι το φιλοσοφικό λόγο. Γι’ αυτό, οι παραπάνω αρνητικές απόψεις του για τη φιλοσοφία στοχεύουν στην υπεράσπιση της εδραίας θέσης του περί του δικαίου του ισχυροτέρου.

Αυτές οι απόψεις αντιτίθενται στις  φιλοσοφικές απόψεις περί ισότητας και δικαιοσύνης, τις οποίες υπερασπίζεται ο Σωκράτης. Μάλιστα τις σωκρατικές θέσεις περί ισότητας τις θεωρεί κατασκευή των ασθενέστερων, των ανίσχυρων πολιτικά και κοινωνικά ανθρώπων.  Κατ’ αυτό το πνεύμα, η αμφισβήτηση της αξίας της φιλοσοφίας  από τον Καλλικλή έχει ιδιοτελή κίνητρα· γι’ αυτό και οι πιο πάνω απόψεις του εξορίζουν τη φιλοσοφία από την κοινωνική και πολιτική σκηνή και ανοίγουν δρόμο για να επικρατήσει το δίκαιο του ισχυροτέρου. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στις δικές μας εποχές: όσο απομακρύνεται η κοινωνία από τη φιλοσοφία, τόσο γίνεται θύμα ή θύτης ιδιοτελών συμφερόντων.

ΣΥΝΟΧΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ – ΠΩΣ ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΕΤΑΙ

Με τον όρο «συνοχή» εννοούμε τη μορφική σύνδεση (εξωτερική) μεταξύ των προτάσεων ή των παραγράφων. Η συνοχή πραγματοποιείται με λέξεις ή φράσεις που «ενώνουν» (διαρθρώνουν) μικρότερα ή μεγαλύτερα τμήματα του λόγου: προτάσεις, περιόδους, παραγράφους, ενότητες.

Η συνοχή του κειμένου, δηλαδή η εξωτερική σύνδεση των νοημάτων σε επίπεδο μορφής (προτάσεων, περιόδων, παραγράφων, νοηματικών ενοτήτων) υλοποιείται με διάφορους τρόπους.

Με διαρθρωτικές λέξεις που μπορεί να δηλώνουν αντίθεση, επεξήγηση, χρονική σειρά, προσθήκη, έμφαση, παράδειγμα, επιβεβαίωση, όρο, αίτιο-αποτέλεσμα, συμπέρασμα, τρόπο, σκοπό, σύγκριση/διάζευξη, αναλογία/ομοιότητα, διαίρεση/ταξινόμηση, τοπική σειρά, απαρίθμηση επιχειρημάτων, προτροπή, σύνοψη/συμπέρασμα, διάρθρωση κειμένου.

Η συνοχή επιτυγχάνεται και με τους εξής  τρόπους :

  • με έμμεση αναφορά στην προηγούμενη παράγραφο η οποία γίνεται:
    1. με επανάληψη της τελευταίας ιδέας της προηγούμενης περιόδου ή παραγράφου
    2. με επανάληψη της κεντρικής ιδέας της προηγούμενης περιόδου ή παραγράφου
    3. με επανάληψη μιας λέξης ή φράσης της προηγούμενης περιόδου ή παραγράφου
    4. με παράλειψη μιας λέξης ή φράσης της προηγούμενης παραγράφου πχ. Ο καθηγητής μίλησε πολύ αυστηρά στους μαθητές. Προσπάθησε να τους δώσει να καταλάβουν το λάθος τους .
    5. με ερώτηση
  • με αντικατάσταση μιας λέξης με αντωνυμία (δεικτική ή αναφορική), με επιρρήματα (πχ. τοπικά, χρονικά, τροπικά) π.χ. Η Μαρία είπε στην Ελένη όλη την αλήθεια. Της εξήγησε ότι… (αντικατάσταση με αντωνυμία).
  • με επανάληψη μιας σημαντικής λέξης ή φράσης πχ. Ο καθηγητής μίλησε πολύ αυστηρά στους μαθητές. Προσπάθησε να τους δώσει να καταλάβουν το λάθος του
  • με τη χρήση μιας συνώνυμης λέξης ή φράσης Η μάχη τελείωσε γρήγορα. Η συμπλοκή κράτησε μόλις τρεις ώρες.

Τρόποι έναρξης μιας θεματικής περιόδου:

  • «Είναι γνωστό ότι…»
  • «Δεν υπάρχει αμφιβολία..»
  • «Είναι κοινά παραδεκτό..»
  • «Είναι γεγονός ότι…»
  • «Είναι ευρύτατα διαδεδομένη η άποψη….»
  • «Αποτελεί κοινό τόπο ότι ..»
  • «Είναι κοινός τόπος…»
  • «Κατά κοινή ομολογία…»
  • «Υποστηρίζεται συχνά ότι…»
  • «Λέγεται συχνά ότι…»

Συνδετικές λέξεις – φράσεις που συνδέουν τη θεματική πρόταση με τις λεπτομέρειες

  • «Ειδικότερα…»
  • «Πράγματι…»
  • «Πιο συγκεκριμένα…»
  • «Αναλυτικότερα…»
  • «Γι΄ αυτό λοιπόν…»
  • «Με άλλα λόγια…»
  • «Φυσικά…»
  • «Βέβαια…»
  • «Αναντίρρητα…»
  • «Έτσι..»
  • «Οπωσδήποτε…»
  • «Αρχικά…»
  • «Στην περίπτωση αυτή…»
  • «Αυτό ισχύει στο μέτρο που….»
  • «Είναι αλήθεια ότι…»
  • «Η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί λεκτική υπερβολή»
  • «Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία…»
  • «Με αφετηρία τη θέση αυτή…»
  • «Κατά συνέπεια είναι ανάγκη…»
  • «Σε μια τέτοια περίπτωση….»
  • «Στο πλαίσιο αυτό κατανοούμε…»
  • «Με δεδομένα τα παραπάνω δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι…»

Ενδεικτικοί τρόποι έναρξης της περιόδου κατακλείδας

  • «Αβίαστα, λοιπόν, συνάγεται το συμπέρασμα…»
  • «Συνοψίζοντας μπορούμε να επισημάνουμε…»
  • «Γίνεται, επομένως, εύκολα αντιληπτό…»
  • «Εύκολα, λοιπόν, μπορεί ο καθένας να συμπεράνει…»
  • «Από όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό…»
  • «Εύκολα, λοιπόν, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα…»
  • «Συμπερασματικά, έχει καταστεί σαφές…»

Συμπληρωματικά όταν θέλουμε:

1) Να αποδείξουμε τις αιτίες – παράγοντες σε μια παράγραφο, μπορούμε, ενδεικτικά να χρησιμοποιήσουμε τους παρακάτω τρόπους:

  • Στη διαμόρφωση (του αρνητικού αυτού παράγοντα) σημαντικότατο ρόλο διαδραματίζει …
  • Τα βαθύτερα αίτια (της κοινωνικής αυτής μάστιγας) πρέπει να αναζητηθούν…
  • Το φαινόμενο αυτό συνδέεται άμεσα…
  • Αυτό που κυρίως ευθύνεται για την έξαρση…
  • Το πρόβλημα αυτό ανάγεται σε πολλά και σύνθετα αίτια…
  • Θα άξιζε όμως ν’ αναρωτηθεί κανείς σε ποιους λόγους οφείλεται…
  • Δεν πρόκειται , ωστόσο, ν’ ανακαλύψουμε τα πραγματικά αίτια του νοσηρού αυτού φαινομένου, αν δεν λάβουμε υπόψη…

2) Να οργανώσουμε παραγράφους, για να καταδείξουμε τη θετική ή αρνητική επίδραση ενός παράγοντα, ενδεικτικά μπορούμε να ξεκινήσουμε με τους παρακάτω τρόπους :

  • Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα…
  • Το ίδιο (θετικά ή αρνητικά) αντανακλά η ύπαρξη του παράγοντα (αυτού) στην
  • ατομική και κοινωνική ζωή…
  • Ανυπολόγιστες, όμως, είναι οι επιπτώσεις…
  • Στις (θετικές ή αρνητικές) επιπτώσεις συγκαταλέγονται…
  • Ένα άλλο σύμπτωμα, όχι αμελητέο, είναι και τούτο…

3) Να προτείνουμε τρόπους αντιμετώπισης ενός θετικού ή αρνητικού παράγοντα, μπορούμε να αξιοποιήσουμε τους παρακάτω τρόπους έναρξης :

  • Το νοσηρό αυτό φαινόμενο θα αντιμετωπισθεί ριζικά, αν…
  • Επιτακτική προβάλλει η ανάγκη της άμεσης δραστηριοποίησης…
  • Αποφασιστικής σημασίας κρίνεται η συμβολή…
  • Σημαντικός είναι ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει…
  • Αμετάθετο χρέος έχουμε …
  • Χωρίς όμως την εκδήλωση της ατομικής και συλλογικής προσπάθειας η αντιμετώπιση του προβλήματος καθίσταται δυσχερής…

4) Ενδεικτικές χρηστικές φράσεις που μπορούν να λειτουργήσουν ως αρχή γενικά της παραγράφου, αλλά και ως μετάβαση μεταξύ των παραγράφων (εναρκτικές – μεταβατικές φράσεις) :

  • Είναι περιττό να τονιστεί …
  • Είναι απαραίτητο να επισημανθεί…
  • Ξεχωριστός λόγος, όμως, πρέπει να γίνει…
  • Είναι χρήσιμο να τονιστεί επίσης…
  • Είναι φανερό ότι…
  • Προχωρώντας διαπιστώνουμε ότι…
  • Ελάχιστοι θα μπορούσαν να αρνηθούν ότι…
  • Πολλοί θα συμφωνούσαν με την άποψη…
  • Επεκτείνοντας το συλλογισμό μας, θα λέγαμε…
  • Προβάλλει, όμως, στο σημείο αυτό μια βαρυσήμαντη αντίρρηση…

 

 

ΣΤΙΞΗ – Α. Η Γραμματικο-συντακτική λειτουργία της στίξης, Β. Η στίξη ως σχόλιο

ΣΤΙΞΗ

Το κυριότερο όργανο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων είναι ο λόγος, προφορικός και γραπτός. Στον προφορικό λόγο αποδίδουμε αποτελεσματικά το νόημα αυτών που θέλουμε να πούμε, χρησιμοποιώντας κατά την εκφορά των προτάσεων τον επιτονισμό (κύμανση της φωνής, χρωματισμός, ανύψωση ή κατέβασμα του τόνου) και τις παύσεις, μέσω των οποίων αποδίδονται τα συναισθήματα του ομιλητή, η διάθεσή του, η στάση του, η ψυχολογία του, αλλά και το είδος των προτάσεων που διατυπώνονται – ερωτηματικές, επιφωνηματικές κτλ.. Στο γραπτό λόγο όμως δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, δεν μπορούμε δηλαδή να παραστήσουμε αυτό που δείχνει η φωνή μας. Έτσι, στη θέση του επιτονισμού, χρησιμοποιούνται τα σημεία της στίξης, τα οποία είναι ο καθρέφτης του ηχοχρώματος του προφορικού λόγου στο γραπτό. Η στίξη διαδραματίζει επομένως σημαντικό ρόλο στην απόδοση του νοήματος, βοηθά ουσιαστικά στην κατανόηση του κειμένου και συμβάλλει καθοριστικά στην ποιότητα της επικοινωνίας. Δε χρησιμοποιείται αυθαίρετα στο λόγο αλλά υπακούει σε ορισμένους κανόνες, αν και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις προθέσεις του γράφοντος.

Κάποια σημεία στίξης παρουσιάζουν πολυσημία στη λειτουργία τους, δηλαδή ένα σημείο μπορεί να δηλώνει αρκετά διαφορετικά νοήματα ανάλογα με τη χρήση του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυσημίας είναι το θαυμαστικό. Οι διαφορετικές χρήσεις του θαυμαστικού αντιστοιχούν σε διαφορετικούς τύπους διακύμανσης της φωνής στον προφορικό λόγο.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει την επιδοκιμασία του ομιλητή στα λεγόμενα, όπως:
«Η κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης είναι αρκούντως ικανοποιητική!»

Μπορεί όμως και να χρησιμοποιηθεί με τον αντίθετο τρόπο, για να δηλώσει δηλαδή την αποδοκιμασία του προς τα λεγόμενα:
«Η κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης είναι πραγματικά απαράδεκτη!»

Τα σημεία της στίξης διακρίνονται ως προς τη λειτουργία τους σε:
Συντακτικά, όταν χρησιμοποιούνται για να χωρίσουν το γραπτό λόγο σε μέρη, σε συντακτικές ενότητες.
Σχολιαστικά, όταν χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν στο γραπτό λόγο τις επιτονικές διακυμάνσεις της φωνής του ομιλητή. Όταν τα συναντάμε μ’ αυτό το ρόλο, κάνουμε λόγο για τη «στίξη ως σχόλιο». Ως τέτοια χρησιμοποιούνται κυρίως: το θαυμαστικό, το ερωτηματικό, τα αποσιωπητικά και τα εισαγωγικά αν και ο γράφων μπορεί να χρησιμοποιήσει ως σχόλιο οποιοδήποτε σημείο της στίξης.

Συντακτικά                                                            Σχολιαστικά
τελεία                                                                           θαυμαστικό
άνω τελεία                                                                   ερωτηματικό
διπλή τελεία                                                                αποσιωπητικά
κόμμα                                                                           εισαγωγικά
παύλα
διπλή παύλα
παρενθέσεις
αγκύλες

Α. Η Γραμματικο-συντακτική λειτουργία της στίξης

  1. Τελεία (.)
    Χρησιμοποιείται για να δηλώσει:
    – το τέλος περιόδου
    – σύντμηση λέξεων
    – συντομογραφίες
  2. Άνω τελεία (·)

Σημειώνεται για να δηλώσει:
– το τέλος ημιπεριόδου
Η ημιπερίοδος έχει μεν νοηματική αυτοτέλεια, όχι όμως και ολοκληρωμένο νόημα. Για να ολοκληρωθεί, είναι απαραίτητο και το τμήμα του λόγου που ακολουθεί.

3. Διπλή τελεία (:)
Χρησιμοποιείται για:
– να εισαγάγει παράθεμα
– να εισαγάγει κατάλογο στοιχείων
– να εισαγάγει γνωμικό, παροιμία κ.τ.λ.
– να συνδέσει προτάσεις από τις οποίες η δεύτερη επεξηγεί την πρώτη ή είναι αποτέλεσμα της πρώτης
– να γίνει διάκριση μεταξύ θέματος και σχολίου σε κείμενα επιγραμματικού χαρακτήρα

4. Κόμμα (,)
Είναι ίσως το συχνότερο σημείο στίξης και χρησιμοποιείται:
– σε ασύνδετο σχήμα
– στην αρχή και το τέλος παρενθετικής πρότασης
– πριν και μετά την κλητική προσφώνηση
– στην παράθεση και την επεξήγηση
– στις δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις εκτός από τις ειδικές, τις ενδοιαστικές, τις πλάγιες ερωτηματικές και τις βουλητικές (όταν όμως αυτές χρησιμοποιούνται ως επεξηγήσεις, τότε το κόμμα μπορεί να σημειωθεί)

5. Παύλα (-)
Χρησιμοποιείται για να δηλώσει:
– την εναλλαγή προσώπων στο διάλογο
– το διάστημα μεταξύ δυο ορίων
– την ένωση στοιχείων
– τη διάζευξη

6. Διπλή παύλα (- -)
Χρησιμοποιείται για:
– την οριοθέτηση παρενθετικών σχολίων
Τα σχόλια αυτά είναι επεξηγηματικά ή συμπληρωματικά και θεωρούνται αρκετά χρήσιμα ώστε να συμπεριλαμβάνονται στα γραφόμενα.

7. Παρενθέσεις ( ) και Αγκύλες ([ ] { } < >)
Σημειώνονται για να συμπεριλάβουν:
– παραπομπές
– πηγές παραθεμάτων
– επεξηγηματικά στοιχεία
– σχόλιο που επεξηγεί ή συμπληρώνει αλλά είναι επουσιώδες

Β. Η στίξη ως σχόλιο
1.Θαυμαστικό (!)
Ως σχόλιο χρησιμοποιείται γενικά για να δώσει έμφαση στο συναίσθημα. Ειδικότερα, για να δηλώσει:
– θαυμασμό
– έκπληξη
– ειρωνεία
– απορία
– αμφισβήτηση
– αποφασιστικότητα
– ανησυχία
– για να υπογραμμιστεί η εντύπωση από κάτι απίστευτο αλλά και αμφιβολία, υπερβολή, πάθος, φόβο, πόνο, χαρά, ελπίδα, κ.ά.
Παραδείγματα:
α) θαυμασμός: Εξαιρετική η ερμηνεία του ρόλου!
β) έκπληξη: Κανένας υπεύθυνος δε σκέφτηκε ότι τέτοιες παραγωγικές δραστηριότητες θα προκαλέσουν προβλήματα στο φυσικό περιβάλλον! – Όταν το θαυμαστικό βρίσκεται εντός παρενθέσεων στο εσωτερικό της πρότασης, δηλώνει έκπληξη σε σχέση με ένα από τα στοιχεία του μηνύματος.
Οι αποφάσεις λήφθηκαν δια βοής (!) στο Συνέδριο του κόμματος.
γ) ειρωνεία: Φαίνεται πως κανένας Γερμανός πολίτης δε γνώριζε την ύπαρξη στρατοπέδων συγκέντρωσης !
Σπουδαίος πολιτικός !!!
δ) απορία: Τι παράξενη συμπεριφορά!
ε) αμφισβήτηση: Πιστεύεις κι εσύ τέτοια πράγματα!
στ) αποφασιστικότητα: Θέλω γράμματα! Αποκρίθηκε ο μικρός αυθόρμητα, μηχανικά, χωρίς να σκεφτεί τι έλεγε με το ίδιο πάντα αφαιρεμένο και παράξενο ύφος*.
ζ) ανησυχία: Από την εκπομπή ρύπων όμως, κινδυνεύουν και οι υπαίθριες αρχαιότητες!
η) για να υπογραμμιστεί η εντύπωση από κάτι απίστευτο : Και όμως, ο πολίτης συχνά, εκλαμβάνει ως αληθινό το ψευδές, όταν αυτό προβάλλεται ως τέτοιο από τα ΜΜΕ!

Με την απλή συντακτική του χρήση το θαυμαστικό σημειώνεται:
– ύστερα από επιφωνήματα ή επιφωνηματικές φράσεις
– σε προστακτικές

2. Ερωτηματικό (;)
Ως σχόλιο, μπορεί να δηλώνει:
– προβληματισμό
– προτροπή
– ειρωνεία
– αμφισβήτηση της αξιοπιστίας μιας θέσης
– αμφιβολία
– διατύπωση ρητορικής ερώτησης (ερώτησης δηλαδή της οποίας η απάντηση είναι αυτονόητη)
– πρόθεση του γράφοντος να αφυπνίσει τον αναγνώστη
αλλά και για να δείξει απειλή, να προκαλέσει το ενδιαφέρον, να δώσει παραστατικότητα.
Παραδείγματα:
α) προβληματισμό: Γιατί άραγε επιλέχτηκε μια εικόνα ως αφόρμηση και όχι ένα κείμενο;
β) προτροπή: Δεν πρέπει οι νέοι να συμμετέχουν ενεργητικά στις κοινωνικές διαδικασίες;
γ) ειρωνεία: Τέτοια ανασφάλεια νιώθουμε πια ως εθνικό σύνολο;
δ) αμφισβήτηση της αξιοπιστίας μιας θέσης: Είναι παιχνίδι η ζωή;
ε) αμφιβολία: Ο κατάλληλος(;) άνθρωπος στην κατάλληλη θέση. – Όταν το ερωτηματικό βρίσκεται εντός παρενθέσεων στο εσωτερικό της πρότασης, δηλώνει αμφιβολία / αμφισβήτηση σε σχέση με ένα από τα στοιχεία του μηνύματος.

στ) διατύπωση ρητορικής ερώτησης: Δεν έχει πια αποδείξει η ζωή πώς η τεχνολογία έχει το πρόσωπο του Ιανού;
ζ) πρόθεση του γράφοντος να αφυπνίσει τον αναγνώστη: Δεν είναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι η βλάβη στο φυσικό περιβάλλον είναι παράλληλα και ηθική βλάβη;

3. Αποσιωπητικά (…)
Ως σχόλιο ο γράφων τα χρησιμοποιεί για να δηλώσει:
– κάποιο υπονοούμενο το οποίο πρέπει να συμπεράνει ο αναγνώστης
– στιγμιαία παύση της ανάγνωσης πριν από ένα στοιχείο του μηνύματος στο οποίο πρέπει ο αναγνώστης να εστιάσει την προσοχή του
– συγκίνηση
– ντροπή
– δισταγμό
– απειλή
– προβληματισμό
Παραδείγματα:
α) κάποιο υπονοούμενο το οποίο πρέπει να συμπεράνει ο αναγνώστης: Παρά τα όσα είχαν ανακοινωθεί, ο υπουργός δεν παραβρέθηκε στη συνάντηση των συνδικαλιστών…
β) στιγμιαία παύση της ανάγνωσης πριν από ένα στοιχείο του μηνύματος στο οποίο πρέπει ο αναγνώστης να εστιάσει την προσοχή του: Γλώσσα είναι… ολόκληρος ο λαός σύμφωνα με τους Φλαμανδούς.
γ) συγκίνηση: Μέσα στην πικρή μοναξιά της φυλακής, έφερε ξάφνου στο μυαλό του τους πολιτικούς κρατούμενους άλλων εποχών… κι ένιωσε παράξενα συντροφευμένος για λίγο.
δ) ντροπή: Στην εποχή της κατανάλωσης, το μέτρο, κύρια φιλοσοφική αρχή των αρχαίων Ελλήνων, μας είναι πια ολωσδιόλου ξένο… τι να πει πια κανείς;
ε) δισταγμό: Η ατομική αντίσταση… ναι, να ηρωοποιείται, αλλά όχι να ιεροποιείται.
στ) απειλή: Λύματα, φυτοφάρμακα, σκουπίδια… ο πολιτισμός μας πολιορκείται ασφυκτικά από τα ίδια του τα απορρίμματα.
ζ) προβληματισμό: Ο ντόπιος τουρίστας αντιμετωπίζεται από την τουριστική βιομηχανία ρατσιστικά…

4. Εισαγωγικά (« »)
Ως σχόλιο, χρησιμοποιούνται δηλώνοντας:
– αποστασιοποίηση του γράφοντος από τα γραφόμενα
– μεταφορική χρήση μιας λέξης του κειμένου
– έμφαση
– αμφισβήτηση
– ειρωνεία
Παραδείγματα:
α) αποστασιοποίηση του γράφοντος από τα γραφόμενα, απαξίωση μιας έννοιας: Περιορισμένα «κέρδη» άφησε στο λαό μας η μεταναστευτική πολιτική που ακολούθησε ως τώρα.
β) μεταφορική χρήση μιας λέξης του κειμένου: Γερή «γροθιά» δέχτηκε ο αθλητισμός προχθές την Κυριακή από τη δράση ταραχοποιών στοιχείων στα γήπεδα.
γ) έμφαση: Αρχίζω την κάθε μέρα μου προφέροντας τη λέξη «Ελευθερία».
δ) αμφισβήτηση: Έτσι, οι ντόπιοι πληθυσμοί σ’ αυτές τις χώρες του πλανήτη, έπεσαν θύματα της απληστίας των «πολιτισμένων» λευκών.
ε) ειρωνεία : Ο υπεύθυνος έφτασε στο χώρο με τη «συντροφιά» αστυνομικών δυνάμεων.

■ Νεοελληνική Γραμματική, Αναπροσαρμογή της Μικρής Νεοελληνικής Γραμματικής του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2006
■ Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Γυμνασίου, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, ΟΕΔΒ, Έκδοση Α΄, Αθήνα 2006
■ Έκφραση Έκθεση, Ενιαίου Λυκείου, τεύχος Β΄, ΟΕΔΒ, Έκδοση Γ΄, Αθήνα 2004
■ Γραμματική της Νέας Ελληνικής, Δομολειτουργική – Επικοινωνιακή, Χρ. Κλαίρης – Γ. Μπαμπινιώτης, γ΄ έκδοση, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005
■ Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτης, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998
■ Εισαγωγή στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Στοιχεία Δημοσιογραφίας, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου, ΥΑΠ Μέσης Εκπαίδευσης, Λευκωσία 2002

Πηγή : http://www.schools.ac.cy/

1. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ / ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ-ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ / ΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΝΥΠΟΔΗΛΩΣΗ – 2. Οι λειτουργίες της γλώσσας και η στίξη στην είδηση

α. Αναφορική λειτουργία / κυριολεκτική χρήση / δήλωση

Η αναφορική λειτουργία της γλώσσας ή του λόγου ταυτίζεται με την κυριολεκτική χρήση της γλώσσας, οι λέξεις δηλαδή χρησιμοποιούνται μέσα στο λόγο με τρόπο τέτοιον ώστε να αποδίδουν επακριβώς τη συγκεκριμένη σημασία  και το περιεχόμενο (το σημαινόμενο) της έννοιας που  δηλώνουν (κυριολεκτική σημασία). Στην αναφορική λειτουργία η πράξη επικοινωνίας αναφέρεται κυρίως στον πραγματικό κόσμο ή στην αντίληψη που έχουμε γι’ αυτόν. Υπάρχει λοιπόν μια άμεση και καθαρή σχέση ανάμεσα στη σημασία μιας λέξης και σ’ αυτό που δηλώνει (δήλωση) και η σχέση αυτή προσλαμβάνεται από τη λογική λειτουργία του δέκτη.

Π.χ. «Ξαφνικά ο ουρανός συννέφιασε

Ειδικότερα, με την αναφορική λειτουργία / κυριολεκτική χρήση / δήλωση:

  • Ο πομπός απευθύνεται στη λογική-βιωματική λειτουργία του δέκτη…
  • Το βάρος πέφτει στην πληροφορία του μηνύματος…
  • Έχουμε πιστή απεικόνιση της πραγματικότητας (ρεαλισμός)…
  • Η σύνδεση των νοημάτων είναι λογική… και έτσι διευκολύνονται οι διαδικασίες αναγνωστικής πρόσληψης και κατανόησης των νοημάτων…
  • Ο λόγος αποκτά αντικειμενικότητα και μεστότητα…

  β. Ποιητική λειτουργία / μεταφορική χρήση / συνυποδήλωση

Η ποιητική λειτουργία της γλώσσας ή του λόγου αναφέρεται στη μεταφορική χρήση της γλώσσας, οι λέξεις δηλαδή αποκτούν αλληγορική σημασία μέσα στο γλωσσικό περιβάλλον που εντάσσονται (μεταφορική σημασία), γίνονται «σύμβολα» και προσλαμβάνονται με τη συγκινησιακή-συναισθηματική λειτουργία του δέκτη. Έτσι, η πράξη επικοινωνίας αναφέρεται κυρίως στον εαυτό της, στο ίδιο το μήνυμα και στη μορφή του, σ΄ αυτό που αφήνει να εννοηθεί η χρήση μιας λέξης, που δε δηλώνεται ρητά, αλλά υπονοείται, υποδηλώνεται, λανθάνει στη σημασία μιας λέξης (υποδήλωση και συνυποδήλωση[1]).

Π.χ «Ξαφνικά η ψυχή μου συννέφιασε

Ειδικότερα, με την ποιητική λειτουργία / μεταφορική χρήση / υποδήλωση ή συνυποδήλωση:

  • Το βάρος πέφτει στη μορφή του μηνύματος και κυρίως στην αισθητική απόλαυση που προκαλεί…
  • Ο πομπός διεγείρει και απευθύνεται κυρίως στη συναισθηματική-συγκινησιακή λειτουργία του δέκτη…
  • Η πραγματικότητα απεικονίζεται με πλασματικό τρόπο…
  • Κυριαρχεί η πολυσημία και η πολυδιάστατη προσέγγιση και ερμηνεία…
  • Η σύνδεση των νοημάτων είναι κατά βάση διαισθητική και συνειρμική
  • Ο λόγος αποκτά ροή…, υποκειμενικότητα…, ρευστότητα…
  • Υιοθετούνται λογοτεχνικές στρατηγικές, π.χ. υπάρχουν πολλά σχήματα λόγου (μεταφορές, παρομοιώσεις, εικόνες, προσωποποιήσεις …)…
  • Το ύφος γίνεται λογοτεχνικό ή λογοτεχνίζον…, ζωντανό…, παραστατικό…, γλαφυρό…

γ.  Μικτή λειτουργία

Πρόκειται για τη χρήση της γλώσσας και με την αναφορική και με την ποιητική λειτουργία της. Αυτό μπορεί να συμβεί και σε επίπεδο κειμένου ή παραγράφου (π.χ. σημεία με αναφορική και σημεία με ποιητική λειτουργία) και σε επίπεδο μιας φράσης (π.χ. ένας στίχος ποιήματος που χρησιμοποιεί την κυριολεκτική σημασία των λέξεων, αλλά επειδή έχει και αισθητική διάσταση ενέχει και την ποιητική λειτουργία).

Ενδέχεται, βέβαια, να υπερτερεί μία εκ των δύο, οπότε αναφέρουμε ότι η λειτουργία της γλώσσας είναι μικτή…, υπερτερεί όμως η…, γεγονός που προσδίδει κυρίως στο λόγο…

δ. Πιθανές ερωτήσεις σε εξεταστικά δοκίμια και απαντήσεις:

α) Να αναγνωρίσετε τη λειτουργία της γλώσσας του κειμένου και να αιτιολογήσετε την επιλογή του συγγραφέα / ή και τι πετυχαίνει με αυτή;

Απάντηση: «Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί κατά βάση την … λειτουργία της γλώσσας, δηλαδή χρησιμοποιεί τις λέξεις με την … σημασία τους, απευθυνόμενος στην… λειτουργία του ανθρώπου. Ενδεικτικά παραδείγματα είναι οι λέξεις….

Και αυτή η επιλογή οφείλεται στην πρόθεσή του να προσδώσει στο λόγο του… / ή Και με αυτή του την επιλογή πετυχαίνει να προσδώσει στο λόγο του …»

β) Να αναγνωρίσετε ποιες λέξεις από τις παρακάτω χρησιμοποιούνται με τη δηλωτική και ποιες με την συν-υποδηλωτική τους σημασία.

Απάντηση: «Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται με τη δηλωτική / ή με την συν-υποδηλωτική τους σημασία είναι….»

γ) Να χρησιμοποιήσετε τις παρακάτω λέξεις με τη δηλωτική τους / ή την συν-υποδηλωτική τους σημασία.

Απάντηση: Ο μαθητής σε αυτή την άσκηση πρέπει να φτιάξει παραδείγματα στα οποία θα χρησιμοποιεί την καθεμιά από τις λέξεις αυτές με τη δηλωτική τους ή την συν-υποδηλωτική τους σημασία, ανάλογα με το τι ζητάει η άσκηση.

[1] Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, ο όρος δήλωση σημαίνει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη σημασία μιας λέξης και σ΄ αυτό που δηλώνει, ο όρος συνδηλώσεις σημαίνει ό,τι συνδηλώνεται μαζί με τη σημασία μιας λέξης, ό,τι δηλαδή ανακαλεί στη μνήμη του πομπού η χρήση μιας λέξης, το ίδιο δηλώνουν στην πράξη και οι όροι συνυποδήλωση και συμπαραδήλωση, ενώ ο όρος υποδήλωση αναφέρεται περισσότερο στο τι αφήνει να εννοηθεί η χρήση μιας λέξης, ό,τι δηλαδή δε λέγεται ρητά αλλά υπονοείται, υποδηλώνεται, λανθάνει στη σημασία μιας λέξης.  Συνήθως από το περιβάλλον της χρήσης της.

Πηγή: Βασίλης Πρασσάς, Θεωρία και Πράξη, Έκφραση-Έκθεση Γ΄ Λυκείου, εκδόσεις Κοκοτσάκης

Οι λειτουργίες της γλώσσας και η στίξη στην είδηση

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Αναφορική λειτουργία της γλώσσας Ποιητική λειτουργία της γλώσσας
  •  Κυριολεκτική – δηλωτική χρήση των λέξεων
  • Ο πομπός επικαλείται τη λογική του δέκτη
  • Ο πομπός αποσκοπεί στην πληροφόρηση
  • Μεταφορική  – συνυποδηλωτική χρήση των λέξεων
  • Ο πομπός επικαλείται το συναίσθημα του δέκτη
  • Ο πομπός αποσκοπεί στη διέγερση συναισθημάτων

 Αναφορική λειτουργία της γλώσσας

Ο πομπός χρησιμοποιεί λέξεις ή φράσεις με την κυριολεκτική τους σημασία (δηλωτική τους χρήση). Στην περίπτωση αυτή η γλώσσα λειτουργεί με λογικό τρόπο, δηλαδή ο πομπός επικαλείται τη λογική του δέκτη και αποσκοπεί στην πληροφόρηση.

Π.χ.

  • Οι ρίζες του δέντρου.
  • Η αστυνομική μου ταυτότητα έχει φθαρεί.
  • Ο πυρήνας του ατόμου.

Ποιητική λειτουργία της γλώσσας

Ο πομπός χρησιμοποιεί λέξεις ή φράσεις (σχήματα λόγου, εικόνες, παρομοιώσεις κλπ) με τη μεταφορική τους σημασία (συνυποδηλωτική χρήση της γλώσσας).  Ο πομπός επικαλείται το συναίσθημα του δέκτη και αποσκοπεί στη διέγερση συναισθημάτων με τον συγκινησιακά φορτισμένο λόγο του.

Π.χ.

  • Οι ρίζες της γλωσσικής μας φυσιογνωμίας.
  • Η πολιτιστική ταυτότητα του έθνους μας αλλοιώνεται.
  • Ο πυρήνας του προβλήματος.

Στην ερμηνευτική δημοσιογραφία, λοιπόν, ο συντάκτης μιας είδησης:

Όταν καταγράφει ένα γεγονός, επιλέγει την αναφορική λειτουργία της γλώσσας (κυριολεξία), επειδή ακριβώς παραθέτει αντικειμενικά στοιχεία.

Όταν αναφέρει ένα σχόλιο, επιλέγει συχνά την ποιητική λειτουργία της γλώσσας (μεταφορά), επειδή εκθέτει μια υποκειμενική ερμηνεία για το γεγονός.